Αρχική σελίδα Γιώργος Παπανδρέου 30/8/11 Πολιτικό Συμβούλιο του Κινήματος

30 Αυγούστου 2011 Πολιτικό Συμβούλιο του Κινήματος

 

Κεντρικά Γραφεία ΠΑΣΟΚ,

Σημεία εισήγησης του Πρωθυπουργού και Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Γιώργου Α. Παπανδρέου, στη Συνεδρίαση του Πολιτικού Συμβουλίου του Κινήματος

"Ενόψει της Συνδιάσκεψης, θα ήθελα να κάνω μερικές παρατηρήσεις. Οπωσδήποτε, η Συνδιάσκεψη γίνεται για να επιβεβαιώσουμε και να οριοθετήσουμε ξανά και τις αξίες που μας εκφράζουν, τις στοχεύσεις που έχουμε, και την πορεία που ακολουθούμε, αλλά και παράλληλα για να δώσουμε και την οργανωτική ορμή που χρειάζεται. Και το γεγονός ότι υπήρξαν αυτές οι εσωτερικές διαδικασίες όλο αυτό το διάστημα ήταν ένας άθλος και μία πολύ σημαντική κατάκτηση, παρά τις δυσκολίες.

Είμαστε σε μία εποχή μαχών. Το ΠΑΣΟΚ, τα τελευταία δύο χρόνια, ουσιαστικά, είναι μπροστά σε μάχες, πολύ δύσκολες μάχες σε κάθε πεδίο, πολιτικό, ιδεολογικό, εντός και εκτός Ελλάδας. Μια πρώτη μάχη είναι η μάχη που δώσαμε για να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα του χρέους, τα ελλείμματα και την αναξιοπιστία της χώρας μας, λόγω των τόσων προβλημάτων που κληρονομήσαμε. Και ήταν πατριωτικό μας χρέος να παλέψουμε, να διαπραγματευθούμε και να ανακτήσουμε τη φωνή και την αξιοπιστία μας ξανά. Και όπως θα έχετε δει, βήμα – βήμα, κάπου και με άλματα, αντιμετωπίζουμε αυτό το ζήτημα, πείθοντας και για την καλύτερη διαχείριση αυτών των θεμάτων, όπως είναι το χρέος, κάτι το οποίο έχουμε κατά καιρούς συζητήσει και εδώ, στο Πολιτικό Συμβούλιο.

Η απόφαση της 21ης Ιουλίου ήταν μια ιστορική απόφαση καταρχήν για την Ευρώπη, αλλά οπωσδήποτε και για εμάς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι λύθηκαν τα προβλήματα της Ευρώπης. Θα έλεγα, αντιθέτως, ότι ως Ευρώπη έχουμε μείνει πίσω από τα γεγονότα και συνεχώς μένουμε πίσω. Το έχουμε ξανασυζητήσει εδώ. Έχουμε καταφέρει, όμως, με τις κινήσεις μας, να προστατεύεται όλο και περισσότερο η χώρα μας, να διευκολύνεται και να ανοίγονται προοπτικές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουμε κι άλλες μάχες μπροστά μας.

Η δεύτερη μεγάλη μάχη που είχαμε και έχουμε είναι οι μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές. Εάν αυτές είχαν γίνει νωρίτερα, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Και θα μπορούσαν να είχαν γίνει με πιο ήπιο τρόπο και με συστηματικότερη διαβούλευση - το θέμα της παιδείας είναι ένα παράδειγμα. Με την ευκαιρία να συγχαρώ όλους όσοι συνεργάστηκαν και συνέβαλλαν σε αυτή την προσπάθεια. Τόνια, και εσύ νομίζω είχες παίξει ένα ρόλο στη Βουλή, όπως και άλλες, θα έλεγα, στην πλειοψηφία γυναίκες.

Αυτό δείχνει ότι μέσα σε ένα φυσιολογικό χρονικό διάστημα, με σοβαρή δουλειά, μπορεί κανείς, αν όχι να πετύχει όλους τους στόχους, εν πάση περιπτώσει, να διαμορφώσει όσο γίνεται τις συνθήκες για καλύτερα και πιο αποδοτικά αποτελέσματα. Αυτό το περιθώριο, όμως, δεν μας το άφησε η προηγούμενη κυβέρνηση.

Αλλαγές, όπως αυτές στην παιδεία, όπως το άνοιγμα των επαγγελμάτων, όπως οι αλλαγές στο ασφαλιστικό σύστημα, στη Δημόσια Διοίκηση, είναι αλλαγές που έπρεπε να είχαν γίνει. Και πολλά ακόμα πρέπει να γίνουν, τα οποία εάν είχαν γίνει, δεν θα είχαμε φτάσει στο πρώτο θέμα το οποίο ανέφερα, το θέμα του χρέους, ή τουλάχιστον θα ήμασταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση.

Δεν είναι τυχαίο, παραδείγματος χάρη, ότι η Ιρλανδία τώρα, μη έχοντας τα ίδια προβλήματα, αλλά έχοντας ένα δημόσιο σύστημα πολύ πιο οργανωμένο και θεσμούς που λειτουργούν, θα βγει πολύ πιο σύντομα στις αγορές απ’ ό,τι η Ελλάδα.

Τρίτη μάχη, βεβαίως - και όλα αυτά συνδέονται - είναι η μάχη της ανάπτυξης μέσα σε μία κατάσταση ύφεσης, που εκ των πραγμάτων δημιουργείται. Η ανάπτυξη, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται σε πήλινα πόδια, ούτε σε παρασιτικές δυνάμεις, ούτε στον κρατισμό ή μια πελατειακή αντίληψη.

Δεν μπορεί να είναι με τη λογική, «θα φτιάξω Σχολή Αστυνομίας, Σχολή ΤΕΙ, ή δεν ξέρω τι άλλο, εδώ και εκεί, με επιδοτήσεις», ενώ αυτά δεν δημιουργούν ανταγωνιστική οικονομία. Καθήκον μας να δημιουργήσουμε όλες τις δυνατότητες, για να έχουμε μια ανταγωνιστική οικονομία και να αξιοποιήσουμε τις νέες ευκαιρίες που έχει η χώρα μας. Και δεν είναι τυχαίο ότι, αυτή τη στιγμή, η Γερμανία ενδιαφέρεται σοβαρά - όπως έχει πει και ο Σόιμπλε - η Ελλάδα να πουλήσει ήλιο και αέρα, για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε αυτές τις δυνατότητες που έχουμε, κάτι το οποίο βεβαίως είναι πάρα πολύ σημαντικό για την κίνηση της οικονομίας, αλλά και για τη βιωσιμότητά της. Δεν είναι απλώς επανεκκίνηση, δεν γυρίζουμε πίσω, είναι και μία εκκίνηση πάνω σε στέρεες βάσεις.

Δίνουμε τη μάχη της ισότητας, της ισονομίας και της δικαιοσύνης, απέναντι σε κατεστημένα, απέναντι σε νοοτροπίες, απέναντι σε μια Δημόσια Διοίκηση που φοβάται να τα βάλει με κατεστημένες αντιλήψεις και ιδιαίτερα όταν κάτι αφορά μεγαλύτερους και ισχυρότερους παράγοντες, όπως βλέπουμε σε πολλές υπηρεσίες, με τη λογική να τα αφήνουμε ως τελευταίο θέμα, κάτω από άλλα χαρτιά, να μην τα αγγίζουμε. Και εδώ έχουμε έλλειμμα, σημαντικό έλλειμμα. Είναι από τα θέματα, τα οποία πρέπει να αντιμετωπίσουμε.

Το αίσθημα της δικαιοσύνης πρέπει να αποκατασταθεί. Είναι θέμα συνοχής, είναι θέμα ισότητας, είναι θέμα ισονομίας, είναι θέμα δημοκρατικής λειτουργίας. Η ευνομία στη χώρα μας είναι εκείνη που προστατεύει τελικά και τον αδύναμο, προστατεύει τα δικαιώματα του πολίτη.

Έχουμε επίσης τη μάχη για ένα πραγματικό κράτος πρόνοιας. Κράτος πρόνοιας δεν είναι να βολέψουμε κατά καιρούς τη μία ή την άλλη ομάδα, να διογκώσουμε το πελατειακό σύστημα, αντιμετωπίζοντας την ανεργία με ρουσφέτια και STAGE. Είναι να υπάρχει πραγματικά ένα σοβαρό σύστημα στήριξης των αδυνάμων, των ανέργων, κάτι με το οποίο ασχολούμαστε αυτή τη στιγμή, ιδιαίτερα με το Υπουργείο Εργασίας και όχι μόνο, και με το Υπουργείο Παιδείας και άλλα, για να δούμε το θέμα των ανέργων, ώστε να μην είναι απλώς μία στήριξη παθητική, αλλά και ενεργητική. Να τους βοηθήσουμε να μπουν στην αγορά εργασίας, να βοηθήσουμε τους ανέργους, για να μπορούν να έχουν προοπτικές, μια γέφυρα μεταβατικής στήριξης έως ότου περάσουμε αυτή τη δύσκολη μεταβατική περίοδο.

Όμως, κράτος πρόνοιας ποτέ δεν υπήρξε σωστά οργανωμένο στη χώρα μας. Και εδώ, είναι ένα μεγάλο θέμα, το οποίο αντιμετωπίζουμε ως μία μεγάλη μάχη.

Έχουμε τη μάχη της παρουσίας μας διεθνώς. Καλώς ή κακώς, οι θέσεις μας έχουν δικαιωθεί, σε όλα αυτά τα οποία λέγαμε εδώ και καιρό. Θα θυμόσαστε και εσείς, όταν μιλούσαμε για τα ευρωομόλογα, στην αρχή ήμασταν μόνοι. Αλλά σήμερα πια έχει γίνει κεντρικό θέμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Εγώ θα έλεγα επιπρόσθετα ότι το ευρωομόλογο είναι μεν ένας απαραίτητος θεσμός, αλλά πίσω από μια τέτοια πρωτοβουλία κρύβεται κάτι άλλο: εάν υπάρχει πραγματικά η πολιτική βούληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προχωρήσει μπροστά, να φύγει από στενούς εθνικισμούς, να φύγει από ένα φορμαλισμό, να φύγει από λαϊκισμούς, ή ακόμα και από ρατσισμούς, που βλέπουμε δυστυχώς να συνεχίζονται με απίστευτη ανευθυνότητα. Με μεγάλη λύπη άκουσα σήμερα τον Πρόεδρο της Τσεχίας, τον Βάτσλαβ Κλάους, ο οποίος βεβαίως είναι γνωστός αντι-ευρωπαϊστής, αλλά τώρα θέλει να εκφράζει τον λαϊκιστικό αντι-ευρωπαϊσμό του υβρίζοντας τους Έλληνες, λέγοντας ότι «εμείς είμαστε εδώ και πίνουμε τα ούζα μας και καλοπερνάμε και αυτοί είναι οι σκληροί που δουλεύουν κ.λπ.».

Αν η Ευρώπη δεν ξεπεράσει τέτοιες αντιλήψεις και εγκλωβιστεί σ’ αυτά, τότε θα πάμε σε μια Ευρώπη κατακερματισμένη. Κατακτήσεις, όχι της τελευταίας δεκαετίας, αλλά των τελευταίων 50-60 ετών, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, θα τις χάσουμε.

Είναι λοιπόν μια μάχη που δίνουμε και εγώ θεωρώ ότι είναι μια μάχη προοδευτική, γιατί σε διεθνές επίπεδο, το λέμε και μέσα από την Σοσιαλιστική Διεθνή, χρειαζόμαστε νέες ρυθμίσεις. Χρειαζόμαστε μια διακυβέρνηση που θα ρυθμίζει τις αγορές, χρειαζόμαστε έλεγχο των παραγώγων, των κερδοσκόπων, των φορολογικών παραδείσων, του χρηματοπιστωτικού συστήματος, των οίκων αξιολόγησης και όλα αυτά τα οποία είναι γνωστά. Χρειαζόμαστε αυτή τη διεθνή ρυθμιστική, αν θέλετε, τομή, αλλά παράλληλα χρειαζόμαστε και την ενδυνάμωση της αυτονομίας των τοπικών κοινωνιών, καθώς και τη μεγαλύτερη οικονομική αυτοτέλεια των οικονομιών, για να είναι πιο ευέλικτες, πιο έτοιμες και πιο δυνατές μπροστά στις πολλές εξελίξεις που έχουμε παγκοσμίως.

Σε αυτό, βεβαίως, ο ρόλος του κράτους είναι σημαντικός, αλλά αλλάζει, όπως αλλάζει και ο ρόλος του έθνους. Γιατί όπως και το έθνος από μόνο του, έτσι και κάθε κράτος, από μόνο του είναι αδύναμο, όσο μεγάλο κι αν είναι. Ακόμα και αν είναι η Αμερική ή η Κίνα, δεν μπορούν να λύσουν τα παγκόσμια προβλήματα, ή έστω τα δικά τους προβλήματα, μόνοι τους. Πόσο μάλλον μια χώρα σαν την Ελλάδα.

Όμως, και εδώ, δίνουμε μια μάχη ιδεολογική, όχι υπέρ του κρατισμού, ή υπέρ του κράτους, ή υπέρ της αγοράς, αλλά θα έλεγα ότι εμείς οι προοδευτικοί μιλάμε για ένα κράτος και για μια αγορά που πρέπει να υπηρετούν τον άνθρωπο.

Θέλουμε δηλαδή μια σωστή σχέση αγοράς και κράτους, ούτε τον κρατισμό που έχει δημιουργήσει η αδιαφάνεια και μια σειρά άλλων φαινομένων, ούτε την αγοραία αντίληψη, τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη της αγοράς, που τα καθορίζει όλα.

Και βεβαίως, στην Ελλάδα είχαμε έναν άλλο κρατισμό, έναν πελατειακό καπιταλισμό, όπου το κράτος ήταν αιχμάλωτο των συμφερόντων, μικρών ή μεγάλων, που αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζουμε.

Έχουμε τη μάχη, μαζί και μέσα στην κοινωνία, που αφορά την αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος, που είναι κατανοητή όταν υπάρχει μια κρίση. Όμως, αυτή η αμφισβήτηση δεν είναι σημερινή, κατά καιρούς έχει διακυμάνσεις και θα έλεγα εδώ και αρκετό καιρό, εδώ και χρόνια. Ας θυμηθούμε πχ τον Δεκέμβριο του 2008, που ήταν τότε πολύ χειρότερες οι αντιδράσεις των πολιτών, με το ξέσπασμα της νεολαίας. Είναι λογικό μέσα από την πίεση των πραγμάτων να υπάρχει αντίδραση στο πολιτικό σύστημα.

Όμως, η λογική, «ισοπεδώνω το πολιτικό σύστημα, ισοπεδώνω τα πάντα», μόνο σε λαϊκισμό και ολοκληρωτισμό μάς πάει, σε βία και σε έλλειψη προοπτικής. Και εδώ δίνουμε μια μάχη για να αλλάξουμε θεσμούς, να ενδυναμώσουμε τις δημοκρατικές λειτουργίες και να δώσουμε διέξοδο και έκφραση σε στρώματα που δεν είχαν φωνή, μέσα από το Κίνημά μας, μέσα από το κόμμα μας. Ίσως εμείς είμαστε από τα πιο ανοιχτά κόμματα και με τις μεγαλύτερες δυνατότητες. Όμως, και εδώ έχουμε μια μάχη να δώσουμε, για το γεγονός ότι δεν έχουμε καταφέρει να δώσουμε στη νέα γενιά - τώρα με τα «social media», τα κοινωνικά διαδικτυακά κινήματα κ.λπ., παρότι ήμασταν από τους πρωτοπόρους σ’ αυτό τον τομέα - πραγματικό λόγο, την αίσθηση ότι υπάρχει δυνατότητα έκφρασης και συμμετοχής ευρύτερων στρωμάτων της νεολαίας, των ανέργων κ.λπ. Βεβαίως, δεν είναι μόνο οι «αγανακτισμένοι» που έχουν και δίκαια αιτήματα ή και δικαίως αγανακτούν, υπάρχουν και πολλοί άλλοι, των οποίων τα συμφέροντα θίγονται - και καλώς θίγονται - που και αυτοί αντιδρούν.

Μέσα σ’ αυτή την μάχη, υπάρχει και μια «μάχη» μεταξύ της ευνομίας και της βίας. Νομίζω ότι εμείς πρέπει να δώσουμε τη μάχη της Δημοκρατίας. Ναι, μπορεί να υπάρχει κριτική, μπορεί να υπάρχει αμφισβήτηση, αλλά πρέπει να διατηρήσουμε και να προασπίσουμε τους δημοκρατικούς κανόνες και να καταδικάζουμε κάθε έναν, ο οποίος, εμμέσως πλην σαφώς, ή και άμεσα, χρησιμοποιεί ή προωθεί τη βία ως πολιτική διαδικασία.

Η δική μας Συνδιάσκεψη είναι και αυτή μια μάχη, με ανοιχτές διαδικασίες, παρά τις απειλές που κατά καιρούς είχαμε και τη βία διαφόρων μικρών ομάδων. Και όπως σωστά είπε ο Μιχάλης Καρχιμάκης, όπως είπα και εγώ, γίνεται για να αναδείξουμε και πάλι τις αρχές μας και τις αξίες μας, οι οποίες δεν αλλάζουν. Εγώ θα έλεγα, μάλιστα, ότι όλο και περισσότερο βλέπουμε πόσο σημαντικές είναι, σε μια εποχή μεγάλων αλλαγών.

Και θα έλεγα ότι όταν τις εγκαταλείπουμε, τότε είναι που γινόμαστε μέρος ενός συστήματος, ενός κατεστημένου. Πρέπει να τις αναδείξουμε ξανά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δογματικά ακολουθούμε ένα δρόμο, μπορεί να αλλάζει η πορεία, να έχουμε εμπόδια, να έχουμε νέες εξελίξεις, να έχουμε νέα γεγονότα, νέες καταστάσεις.

Ποιος θα περίμενε - παρότι εμείς το είχαμε θέσει από το 1994, και ο Ανδρέας Παπανδρέου - το θέμα του περιβάλλοντος και της πράσινης ανάπτυξης να είναι ένα κυρίαρχο ζήτημα στη σημερινή εποχή;

Όμως, οι αρχές μας παραμένουν και αυτές πρέπει να αναδεικνύουμε. Μέσα σ’ αυτές, είναι και η διαβούλευση. Πρέπει να ενδυναμώσουμε τις διαδικασίες και στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, και στο κόμμα, της συμμετοχής, της διαβούλευσης και της ενημέρωσης, ώστε να είναι πλήρως ενημερωμένος ο πολίτης, αλλά και να περάσουμε όλο και περισσότερο σε πρωτοβουλίες των πολιτών.

Απέναντί μας, έχουμε διάφορες δυνάμεις. Δεν θέλω να κάνω μια εκτενή ανάλυση τώρα, η Νέα Δημοκρατία, όμως, αυτή τη στιγμή, έχει επιλέξει μια πολύ καθαρή - όπως την βλέπουμε εμείς - τακτική, όχι καλή, αλλά θα έλεγα καθαρή από πλευράς σκοπιμοτήτων. Θέλει την αποτυχία μας, ποντάρει στην αποτυχία μας, ή τουλάχιστον στη φθορά μας.

Γι’ αυτό και είχε οξύνει και θα οξύνει την κριτική και θα αναπαράγει συνεχώς κινδυνολογία, όποτε βλέπει ότι υπάρχουν προβλήματα μπροστά μας, ελπίζοντας ότι δεν θα μπορέσει να «γυρίσει» αυτή η οικονομική κατάσταση ή, εάν γυρίσει, να έχει τέτοια φθορά η παράταξή μας, ώστε να μην χρεωθεί αυτή το οτιδήποτε, ενώ εμείς μόνο τα αρνητικά.

Γι’ αυτό είναι κρίσιμοι οι επόμενοι μήνες, γιατί εξασφαλίσαμε τον Ιούλιο μια πολύ σημαντική απόφαση, όμως, αυτό το πλαίσιο πρέπει να το υλοποιήσουμε. Για παράδειγμα - θα σας πει και ο Βαγγέλης περισσότερα - το θέμα της ιδιωτικής συμμετοχής στο χρέος, δηλαδή η μείωση του χρέους της χώρας. Ουσιαστικά μεταφέρεται ένα βάρος του χρέους του Ελληνικού λαού σε ένα σημαντικό αριθμό τραπεζών. Και γι’ αυτό το λόγο γίνεται και μια αναδιάταξη του τραπεζικού συστήματος. Μέσα από αυτό, όμως, όταν τελειώσει και αυτή η φάση, το αργότερο τον Δεκέμβριο, αν όλα πάνε καλά - και αυτή είναι η προσπάθειά μας - θα έχουμε ένα τραπεζικό σύστημα πολύ πιο σταθερό, με πολύ περισσότερες δυνατότητες, επενδυτικές, αναπτυξιακές και ρευστότητας, που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχουν.

Αλλά αυτή είναι μόνο μία από τις μάχες που έχουμε μπροστά μας. Αυτή η πορεία είναι σημαντική. Και είναι αποπροσανατολιστική η προσπάθεια όσων τώρα επαναφέρουν τη λογική των κυβερνήσεων προσωπικοτήτων κ.λπ. Κάναμε, και εγώ προσωπικά, μία προσπάθεια με τη Νέα Δημοκρατία, μήπως υπάρχει πράγματι μια διάθεση εθνικής συναίνεσης. Η αίσθηση την οποία εγώ εισέπραξα απ’ όλη αυτή την προσπάθεια είναι ότι είναι εξαιρετικά κοντόφθαλμη η πολιτική τους, πολύ περιστασιακή και συγκυριακή.

Αυτό δυστυχώς δεν νομίζω να έχει αλλάξει, παρότι είναι σημαντικό να επιδιώξουμε συγκλίσεις όπως και καλώς τις επιδιώξαμε στο χώρο της παιδείας, αλλά και σε άλλους τομείς. Γιατί όσο ευρύτερη η συναίνεση, τόσο εμπεδώνονται θεσμικά οι αλλαγές αυτές και έχουν και μια διαχρονικότητα πολύ μεγαλύτερη. Δημιουργείται και η πεποίθηση στην ελληνική κοινωνία, ότι λειτουργούμε θεσμικά και όχι ευκαιριακά ή απλώς θεματικά. Από την πλευρά μας, εμείς έχουμε αποδείξει ότι το επιδιώκουμε και, βεβαίως, αυτό θα το συνεχίσουμε.

Τέλος, όπως είπε και ο Μιχάλης Καρχιμάκης, δίνουμε και τη μάχη για να μην υπάρχει «αμνησία», αλλά και πάνω στην κριτική αξιολόγηση του παρελθόντος, των θετικών και των αρνητικών της πορείας της χώρας μας, αλλά και της δικής μας πορείας, θα κάνουμε και μεγάλες αλλαγές στο πολιτικό σύστημα.

Έχουμε μιλήσει για τις συνταγματικές αλλαγές, για αλλαγές που θέλουμε να τις περάσουμε και μέσα από τη διαδικασία των δημοψηφισμάτων, αλλά και για άλλες αλλαγές, που θα εμπεδώσουν ένα κλίμα σίγουρης θεσμικής ανάταξης, διότι οι δημοκρατικοί θεσμοί, το κράτος είναι ο μεγάλος ασθενής.

Όπως έχω πει και άλλες φορές, είχα την ευκαιρία όταν είχα πάει πρόσφατα στον ΟΟΣΑ, να κάθομαι δίπλα στον Πρόεδρο της Χιλής, ο οποίος είχε μιλήσει πριν από μένα και είπε ότι, το βασικό στοιχείο για τη δική τους θετική πορεία, είναι ότι λειτουργούν οι θεσμοί, το κράτος, όχι μόνο η Δημόσια Διοίκηση, αλλά και οι θεσμοί, δηλαδή και το όλο πολιτικό σύστημα, με διαφάνεια, με διαβούλευση κ.λπ. Και αυτό δημιούργησε ένα αίσθημα ασφάλειας, σιγουριάς, σωστών παρεμβάσεων και προβλέψεων, έτσι ώστε όταν έρθει η κρίση, να μην έχουν πρόβλημα.

Του ανέφερα μια μελέτη του «Brookings Institute» στην Ουάσιγκτον, που συγκρίνει Ελλάδα και Χιλή - γιατί η Χιλή ήταν επιτυχία και γιατί η Ελλάδα δεν ήταν. Και ακριβώς αυτό λένε, ότι είναι θεσμικό το θέμα, ότι οι θεσμοί δεν λειτούργησαν στην Ελλάδα - βεβαίως, λειτούργησαν με αδιαφάνεια, πελατειακά - ενώ στη Χιλή λειτούργησαν. Δύο χώρες που έχουν παράλληλους βίους, εάν μιλάμε για δικτατορίες και για την οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Άρα, λοιπόν, αυτές τις μάχες έχουμε μπροστά μας. Εγώ θα ήθελα να ακούσω από εσάς, τι περιμένετε από αυτή την Συνδιάσκεψη, μάλλον τι βλέπετε εσείς ως ερωτήματα που θέτει σήμερα ο κόσμος μας, τα μέλη μας, τα στελέχη μας, στα οποία πρέπει να απαντήσουμε. Και δεν θα είναι απλώς μια απάντηση δημοσιογραφική, αλλά πρέπει να είναι μια απάντηση που θα βάζει βάσεις για τα επόμενα βήματά μας, πηγαίνοντας προς ένα Συνέδριο του κόμματος, ώστε να μπορέσουμε να έχουμε και μια σοβαρή οργανωτική και πολιτική ανάταξη των δυνάμεών μας και, γιατί όχι, ακόμα περισσότερο, και την προσδοκία να μπορούμε να φέρουμε κοντά μας και νέες δυνάμεις, όχι μόνο ηλικιακά, αλλά και κοινωνικά, που βλέπουν τη δική μας πορεία ως μια πορεία ευθύνης, δημοκρατικής προόδου, σοβαρών αλλαγών και πατριωτικής προσπάθειας."