Αρχική σελίδα Γιώργος Παπανδρέου 25/11/11 Ομιλία στο Συνέδριο των Πρασίνων


25 Νοεμβρίου 2011 Ομιλία στο Συνέδριο των Πρασίνων

 

Κίελο, Γερμανία,
Ομιλία του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ και Προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, Γιώργου Α. Παπανδρέου στο Συνέδριο του Γερμανικού Κόμματος των Πρασίνων "Συμμαχία '90/Οι Πράσινοι" με Θέμα: «Το μέλλον της Ευρώπης»

"Guten abend (καλησπέρα), αγαπητοί μου φίλοι και φίλες.

Πρώτα απ' όλα, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω, να ευχαριστήσω το γερμανικό κόμμα των Πρασίνων, γι' αυτή την πρόσκληση. Είναι τιμή για μένα που σας απευθύνω αυτή την ομιλία απόψε, και είμαι ευτυχής που βρίσκομαι κοντά σε καλούς φίλους, όχι μόνο στον Dany Cohn-Bendit, αλλά και στον Cem Özdemir.

Μιλήσαμε με τον Cem Özdemir για τη συνεργασία «Κόκκινων» και «Πράσινων», για την ελληνογερμανική συνεργασία, αλλά και για την ελληνοτουρκική συνεργασία. Θεωρώ, λοιπόν, ιδιαίτερα σημαντική αυτή την πολύ στενή προσωπική φιλία που έχω με τον Cem Özdemir. Συζητάτε για το μέλλον της Ευρώπης και θα ήθελα να πω μερικά πράγματα για το πώς βλέπω τη μεταξύ μας συνεργασία. Θα ήθελα να συνεργαστώ με τους Πράσινους στην Ελλάδα, αλλά και σε ευρωπαϊκό και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Θα ήθελα, όμως, πρώτα απ' όλα, να ευχαριστήσω το κόμμα των Πρασίνων και, μέσα από εσάς, τον Γερμανικό λαό, για την αλληλεγγύη του προς τον Ελληνικό λαό, αυτές τις δύσκολες στιγμές. Σας ευχαριστώ πολύ.

Το 2009, έγινα Πρωθυπουργός, μετά από μια συντηρητική κυβέρνηση, που σχεδόν διπλασίασε το χρέος του κράτους σε μία πενταετία - από 180 εκατομμύρια ευρώ, σε σχεδόν 320 εκατομμύρια. Αναγκαστήκαμε να πάρουμε πολύ σκληρά μέτρα, για να μην χρεοκοπήσει η χώρα.

Από πλευράς δημοσιονομικής εξυγίανσης, τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρωζώνη.

Δεν θα σας παραθέσω πολλούς αριθμούς, απλώς θα σας πω ότι ο Υπουργός Οικονομικών της χώρας σας, Wolfgang Schauble, είχε παρατηρήσει ότι, αν είχε προβεί στις ίδιες περικοπές στην Γερμανία, το ποσό θα είχε ανέλθει σε 125 δισεκατομμύρια ευρώ.

Συνεπώς, ο Ελληνικός λαός ήταν διατεθειμένος να υποστεί επώδυνες θυσίες. Ορθά όμως πιστεύει ότι το βάρος δεν κατανεμήθηκε δίκαια. Και αυτό είναι το πρόβλημα που έχουν οι πολίτες μας.

Γι' αυτό και είχα πει προτού εκλεγώ, ότι η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα φτωχή, είναι μια χώρα που είχε κακή διαχείριση, λόγω του πελατειακού συστήματος, λόγω των ανισοτήτων, της αδιαφάνειας, των κατεστημένων συμφερόντων και προνομίων.

Κι αν κάτι με λυπεί, και πάντα με θλίβει, είναι ότι η Κυβέρνησή μου δεν κατόρθωσε να κάνει τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις πριν από την κρίση, προκειμένου να αντιμετωπιστεί αυτή η κρίση με δίκαιο τρόπο.

Έπρεπε, όμως, να λάβουμε αυτά τα μέτρα. Έπρεπε να γίνουν και οι αλλαγές παράλληλα. Και έγιναν πολλές αλλαγές. Σε αυτά τα δύο χρόνια, κάναμε περισσότερα απ' όσα είχαν γίνει τα προηγούμενα δέκα ή είκοσι χρόνια στην Ελλάδα, από τον τρόπο πρόσληψης στο Δημόσιο με απόλυτα αξιοκρατικά κριτήρια, μέχρι τις περικοπές στις σπατάλες της υγείας - πλήρης ηλεκτρονική συνταγογράφηση και 30% μείωση των ιατρικών συνταγών. Με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής - κατασχέθηκαν 550 σκάφη αναψυχής πέρυσι. Με την αναμόρφωση του συνταξιοδοτικού μας συστήματος, προκειμένου να καταστεί βιώσιμο, καθώς και με την εξάλειψη 40.000 συντάξεων, που ήταν ανύπαρκτες και για τις οποίες καταβάλλονταν και χάνονταν εκατομμύρια ευρώ. Με το άνοιγμα εκατό και πλέον επαγγελμάτων.

Το 2009, όταν συναντήθηκα με τους συναδέλφους μου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, τους είπα: «μπορεί να αναλώνω το πολιτικό μου κεφάλαιο σε περικοπές μισθών και συντάξεων, αλλά αν δεν εκσυγχρονιστούμε, αν δεν αλλάξουμε το ελληνικό κράτος, όλες μας οι προσπάθειες θα αποβούν μάταιες».

Αλλά χρειαζόμασταν χρόνο. Χρειαζόμασταν χρόνο για να κάνουμε αυτές τις αλλαγές, και χρειαζόμαστε χρόνο για να γίνουν αυτές οι αλλαγές.

Οι αγορές, όμως, δεν μας έδωσαν χρόνο. Και η προτεραιότητά μας, η δική μου προτεραιότητα, ήταν να φροντίσουμε να μην χρεοκοπήσει η Ελλάδα και να παραμείνει η χώρα στην Ευρωζώνη. Έλαβα όλες τις απαραίτητες αποφάσεις, με υψηλό πολιτικό κόστος, επειδή από την αρχή είχα δηλώσει ότι, εκείνο που με απασχολούσε δεν ήταν η επανεκλογή μου, αλλά πώς να βοηθήσω την Ελλάδα. Το πρόβλημά μου είναι πώς να βοηθήσω την Ελλάδα, ώστε να μην χρεοκοπήσει. Το πρόβλημά μου είναι πώς να βοηθήσω την Ελλάδα, ώστε να παραμείνει στην Ευρωζώνη. Και το πρόβλημά μου είναι, επίσης, να βοηθήσω την Ευρώπη, στον αγώνα μας για μια διαφορετική Ευρώπη.

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, με την τελευταία απόφαση της 26ης Οκτωβρίου - μια σημαντικότατη απόφαση για την Ελλάδα - περιορίζεται το βάρος κατά 50%, με απομείωση κατά 50% του ιδιωτικού χρέους, δίνεται νέα πνοή στο τραπεζικό μας σύστημα, εγγύηση της χρηματοδότησής μας για τα επόμενα λίγα χρόνια, καθώς και ο χρόνος που χρειαζόμαστε για να προβούμε στις απαραίτητες αλλαγές.

Και θέλω να σας πω ότι, η επένδυσή σας στην Ελλάδα, δεν είναι επένδυση στην Ελλάδα του παρελθόντος. Είναι επένδυση στην Ελλάδα και τις ελπίδες των Ελλήνων του μέλλοντος. Αυτή είναι η διαφορά: ότι η επένδυσή σας, μας βοηθάει να φτιάξουμε μια διαφορετική Ελλάδα. Σας είπα, επίσης, ότι αυτό το πρόβλημα δεν είναι μόνον ελληνικό. Θα ήταν εύκολο αν ήταν μόνον ελληνικό. Είμαστε υπεύθυνοι για τις αδυναμίες μας, όπως και η Ευρώπη ήταν υπεύθυνη, που δεν παρακολουθούσε την προηγούμενη κυβέρνηση και άφησε το χρέος να εκτοξευθεί.

Αυτό με φέρνει στο πρώτο μου θέμα, στο σημείο όπου νομίζω ότι μπορούμε να συγκλίνουμε. Γνωρίζουμε, τόσο οι «Κόκκινοι», όσο και οι «Πράσινοι», ότι πρέπει να είμαστε δημοσιονομικά υπεύθυνοι και το καταδείξαμε στην Ελλάδα.

Γνωρίζουμε όμως, επίσης, ότι αυτό από μόνο του δεν θα επιλύσει την κρίση. Αν η κάθε χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης μειώσει τον προϋπολογισμό της, αυτό το μέτρο δεν θα δώσει λύση στην κρίση. Χρειάζεται οπωσδήποτε δημοσιονομική πειθαρχία σε εθνικό επίπεδο, αλλά σε ευρωπαϊκό επίπεδο χρειάζονται υπεύθυνες και βιώσιμες αναπτυξιακές πολιτικές.

Δεν λέμε ότι μόνο με χρήματα θα λυθεί το πρόβλημα. Πρέπει να επενδύσουμε σε μια Ευρώπη, που θα γίνει ανταγωνιστική, σε μια Ευρώπη ποιότητας, με ανταγωνιστικά προϊόντα.

Το ζητούμενο για τους προοδευτικούς, «Κόκκινους» και «Πράσινους», είναι πώς να δώσουμε νέα πνοή στην Ευρώπη, ώστε να είναι σε θέση να ανταποκριθεί καλύτερα στις νέες παγκόσμιες προκλήσεις. Και αυτό, επειδή το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Ευρώπη είναι η βραδύτητα στην ανάπτυξή της.

Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ιστορικές αλλαγές στην Ασία και σε άλλες αναδυόμενες οικονομίες. Ωστόσο, σε αυτές τις περιοχές, το χαμηλό εργατικό κόστος, η απουσία συλλογικών διαπραγματεύσεων, η απουσία δημοκρατικών ή κοινωνικών δικαιωμάτων, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, όλα αυτά, μπορούν να αποτελέσουν βραχυπρόθεσμα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα γι' αυτές τις χώρες.

Αυτός, όμως, δεν είναι βιώσιμος δρόμος, δεν είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε εμείς, στην Ευρώπη.

Αγαπητοί φίλοι και φίλες, η ανταγωνιστικότητά μας πρέπει να βασίζεται στην ποιότητα κι όχι στην ανισότητα. Ποιοτικά προϊόντα, πράσινες επενδύσεις, επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια και γεωργία, σε πράσινη ανάπτυξη, επενδύσεις σε ποιοτική παιδεία, σε καινοτομίες, σε ευρυζωνικές υποδομές και μεταφορές. Και φυσικά, επενδύσεις στην ποιότητα ζωής, στην κοινωνική συνοχή και στην ισότητα των ευκαιριών.

Μαζί στην Ευρώπη πρέπει να οργανώσουμε μια στρατηγική πράσινης ανάπτυξης, αν θέλετε, μια επανάσταση πράσινης ανάπτυξης, από μία οικονομία υψηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, σε μια κοινωνία χαμηλών εκπομπών.

Ως επικεφαλής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, κατέθεσα σχετική πρόταση στην Κοπεγχάγη. Πιστεύω, όμως, ότι όλη η υφήλιος έχασε μια σημαντική ευκαιρία στην Κοπεγχάγη. Αν είχαμε διαμορφώσει ένα παγκόσμιο πλαίσιο και κανονισμό, για να αντιμετωπιστεί σοβαρά το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, θα είχαμε δημιουργήσει παράλληλα τα κίνητρα, που θα παρότρυναν τα παγκόσμια ιδιωτικά κεφάλαια να επενδύσουν σε πράσινη ανάπτυξη, πράσινη τεχνολογία, πράσινη παιδεία, με μεγαλύτερη σοβαρότητα.

Αυτή θα ήταν επίσης μια απάντηση ισχυρή - αν και μερική - όχι μόνο στην υπερθέρμανση του πλανήτη, αλλά και στην οικονομική ύφεση που αντιμετωπίζουμε.

Και για την Ευρώπη, αυτή θα ήταν μια απάντηση στο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Η Ελλάδα, το γνωρίζω, δεν θα γίνει ανταγωνιστική μέσω της φθηνής εργασίας. Θα γίνουμε ανταγωνιστικοί, όταν γίνουμε μια πράσινη οικονομία, μία οικονομία ποιοτικών προϊόντων. Διαθέτουμε πολλά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Όπως είπες Cem, μέσα από τα προγράμματά μας, όπως το «Helios», και τον ήλιο μας, μπορούμε. Αυτό δεν αφορά μόνο την Ευρώπη, αλλά και όλη τη Μεσόγειο και όσους αγωνίζονται για την Αραβική Άνοιξη στη Μεσόγειο.

Δεύτερο σημείο σύγκλισης: πού θα βρούμε τα χρήματα γι' αυτή την επένδυση; Μπορούμε να δημιουργήσουμε έσοδα, επενδύσεις και θέσεις απασχόλησης, με την εισαγωγή ενός φόρου επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ενός φόρου επί των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, ενός φόρου που θα βοηθήσει τις επενδύσεις σε έργα υποδομών.

Παράλληλα, θα πρέπει να δούμε το θέμα των ευρωομολόγων, που θα τονώσουν επίσης τις επενδύσεις. Τη στιγμή που η Ευρώπη τα χρειάζεται περισσότερο, τα ευρωομόλογα μπορούν επίσης να βοηθήσουν τα έργα, αλλά και να συμβάλουν στη μείωση της έντασης στις αγορές κρατικών ομολόγων, που ασκούν συνεχώς πίεση στο τραπεζικό μας σύστημα.

Πρέπει να κοινοτικοποιήσουμε τόσο το χρέος μας, όσο και το επενδυτικό μας πρόγραμμα. Και γνωρίζουμε, όπως είπε ο Cem, ότι η Γερμανία εξαρτάται από την Ευρώπη, το μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο, εφόσον το 60% των εξαγωγών της Γερμανίας πηγαίνουν στην Ευρώπη. Και φυσικά, η Γερμανία γνωρίζει ότι, τον ρόλο της αυτό, τον κατέχει χάρη στην ποιότητα. Συνεπώς, χρειαζόμαστε ποιοτική ανάπτυξη.

Το τρίτο θέμα είναι ότι χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη. Ναι, όλοι λένε σήμερα ότι χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη. Τι σημαίνει αυτό; Βάσει της εμπειρίας μου από την κρίση, πιστεύω ότι η Ευρώπη χρειάζεται μεγαλύτερη δημοκρατική επιτήρηση των αγορών και των τραπεζών.

Οι συντηρητικοί δεν ανταποκρίθηκαν επαρκώς στη ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τι συνέβη, όμως, από το 2008; Δεν υπάρχει πλέον πραγματική διαφάνεια στο τραπεζικό σύστημα. Φθάσαμε σχεδόν στο 2012. Πού βρίσκεται η δημοκρατική επιτήρηση των οίκων αξιολόγησης, που σήμερα έχουν συχνά μεγαλύτερη δύναμη από τα δημοκρατικά εκλεγμένα Κοινοβούλιά μας;

Πού βρίσκεται ο φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών; Πού βρίσκεται η διαφάνεια επί των ασφαλίστρων κινδύνου, των «CDS», των κερδοσκοπικών στοιχημάτων επί των οικονομιών μας; Πού βρίσκεται η διαφάνεια για τους φορολογικούς παραδείσους, όπου πλούσιοι Έλληνες - και όχι μόνο πλούσιοι Έλληνες - μπορούν να καταφεύγουν, υφαρπάζοντας έσοδα από τους πολίτες μας; Πολλοί στη Γερμανία με ρωτούν: «γιατί δεν φορολογείτε τους εφοπλιστές στην Ελλάδα;». Και τους απαντώ ότι, η ναυτιλία στην Ελλάδα και η ναυτιλία γενικά, είναι ο πιο παγκοσμιοποιημένος κλάδος στον κόσμο. Όταν αρχίζει η φορολόγηση των πλοίων, απλώς αλλάζουν σημαία από την Ελλάδα στην Κύπρο, στη Μάλτα, τη Λιβηρία ή αλλού.

Γι' αυτό ακριβώς, πρέπει να συνεργαστούμε. Ναι, τώρα υπογράφουμε με την Ελβετία, όπως έκανε η Γερμανία, μια συμφωνία για επιβολή φόρου σε όσους φοροδιαφεύγουν μέσω Ελβετίας. Αυτό, όμως, αφορά σε μία χώρα. Οφείλουμε να δώσουμε στην Ευρώπη μια ισχυρή φωνή για τη ρύθμιση των οικονομιών μας και την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, βοηθώντας τους πολίτες μας για το κοινό καλό.

Και προφανώς, χρειαζόμαστε μια ισχυρότερη Ένωση. Κάναμε ήδη πολλά, με τη δημιουργία του αποκαλούμενου «μηχανισμού στήριξης», του EFSF. Κάναμε ήδη πολλά ως προς την αυστηρότερη επιτήρηση. Αλλά οι αγορές κινούνται με ταχύτερο ρυθμό από μας. Και ό,τι κάναμε δεν αρκεί, έχουμε καθυστερήσει.

Πρέπει να εμβαθύνουμε σε μια ισχυρότερη δημοσιονομική και πολιτική ένωση. Και όσο εμβαθύνουμε στην ολοκλήρωση, στα ευρωομόλογα ή σε οτιδήποτε άλλο, θα προκύπτει ένα άλλο ζήτημα, που με φέρνει στο τέταρτο θέμα μου: χρειαζόμαστε μια πιο δημοκρατική Ευρώπη. Πάλι βάσει της εμπειρίας μου, της τελευταίας διετίας, βλέπω ότι, στην Ευρώπη, από μια κοινοτικοποιημένη μέθοδο, κινηθήκαμε προς μια διακυβερνητική μέθοδο λήψης αποφάσεων, για να καταλήξουμε σε λήψη αποφάσεων από λίγους ισχυρούς.

Συνεπώς, πρέπει να ανανεώσουμε, να αναζωογονήσουμε, να αναδιοργανώσουμε, να δώσουμε νέα πνοή στις δημοκρατίες μας, ανά την υφήλιο. Η ανάγκη αυτή είναι προφανής και εκφράζεται από τους πολίτες στην πλατεία Ταχρίρ, μέχρι και στην Wall Street. Αισθάνονται αποξενωμένοι, ανίσχυροι μπροστά στις παγκόσμιες προκλήσεις.

Ωστόσο, η ανθρωπότητα σήμερα διαθέτει μεγαλύτερη δύναμη, περισσότερες γνώσεις, περισσότερη τεχνολογία και μεγαλύτερες δυνατότητες χρηματοδότησης από ποτέ.

Εδώ, όμως, έγκειται η δημοκρατική πρόκληση. Ποιος ελέγχει αυτή τη δύναμη; Ποιος την επιτηρεί; Είτε είναι τα ΜΜΕ, είτε οι χρηματοπιστωτικές καινοτομίες, είτε το διαδίκτυο και η προσωπική μας ζωή, είτε τα όπλα ή η πυρηνική ενέργεια, όλες αυτές είναι μεγάλες προκλήσεις για τις δημοκρατίες μας.

Και αν θέλουμε να διαφυλάξουμε τις δημοκρατίες μας, πιστεύω ότι πρέπει να βρούμε τρόπους να ανακατανείμουμε αυτές τις δυνάμεις για χάρη των λαών μας, για να ενδυναμώσουμε τους λαούς μας. Επειδή αυτή είναι η βάση. Αυτή η έλλειψη ισχύος, αυτή η ανισότητα, βρίσκονται στη βάση της χρηματοπιστωτικής κρίσης: υπερσυγκέντρωση ισχύος, μεγάλη αδιαφάνεια και έλλειψη δημοκρατικής επιτήρησης.

Η υπερσυγκέντρωση ισχύος υπονόμευσε τους δημοκρατικούς μας θεσμούς. Ο Robert Reich, Αμερικανός οικονομολόγος, είχε πεί ότι, «έχουμε να κάνουμε με μια περιστρεφόμενη πόρτα ανάμεσα στην Washington και την Wall Street, όπου ανώτερα στελέχη της Wall Street γίνονται αξιωματούχοι του κράτους και θεσπίζουν κανόνες που ευνοούν τις τράπεζες, και μετά επιστρέφουν στην Wall Street, για να βγάλουν λεφτά από τους κανόνες που θέσπισαν». Συνεπώς, η καρδιά του προβλήματος έγκειται στο γεγονός ότι επιτρέψαμε στις Κυβερνήσεις να γίνουν δέσμιες ενός χρηματοπιστωτικού συστήματος, που συχνά δεν λογοδοτούσε, ή των «lobbies» ή ακόμα και της διαφθοράς, που δεν εξυπηρετούν την πραγματική μας οικονομία ή τις ανάγκες των πολιτών μας.

Αυτός ο υπερσυγκεντρωτισμός στα χέρια λίγων, τελικά, συνιστά και απειλή για τις δημοκρατίες μας. Ως αποτέλεσμα, οι πολίτες μας συχνά αισθάνονται ανίσχυροι και αποξενωμένοι από τους θεσμούς μας.

Πρέπει, συνεπώς, να επανακτήσουμε τη Δημοκρατία, όπως ζητούν οι διαδηλωτές στις ΗΠΑ. Και η Ευρώπη πρέπει να σταθεί στην πρώτη γραμμή.

Και εδώ, τίθεται το εξής ερώτημα: θέλουμε μια Ευρώπη όπου θα κυβερνούν ελίτ, ή μια Ευρώπη όπου θα κυβερνούν οι πολίτες μας;

Αν θέλουμε να επιτευχθεί μεγαλύτερη ολοκλήρωση, οι Ευρωπαίοι πολίτες πρέπει να γίνουν οι πρωταγωνιστές σε αυτό το εγχείρημα. Αν δεν έχουμε εμπιστοσύνη στους πολίτες μας, τότε σε ποιον θα έχουμε; Αν δεν οικοδομήσουμε μια Ευρώπη για τους πολίτες μας, τότε για ποιους την οικοδομούμε;

Αυτό είναι ουσιαστικό, επειδή αν θέλουμε να προχωρήσουμε βαθύτερα στην ολοκλήρωση, μπορούμε να το επιτύχουμε μόνο με τους πολίτες στο πλευρό μας και όχι εναντίον μας. Είναι πλάνη να πιστεύει κανείς ότι, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι Κυβερνήσεις μπορούν να εφαρμόσουν πολιτικές, χωρίς την ενεργό συμμετοχή των πολιτών μας.

Πώς μπορούμε να το επιτύχουμε; Αυτό είναι ένα θέμα διαλόγου ανάμεσα στους «Πράσινους» και τους «Κόκκινους», δηλαδή το πώς μπορούμε να εξασφαλίσουμε μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών. Προσωπικά, υπήρξα στο παρελθόν ένθερμος υποστηρικτής της ιδέας ενός Προέδρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που θα εκλέγεται απ' ευθείας από τους πολίτες, ή ενός πανευρωπαϊκού δημοψηφίσματος, με διπλές πλειοψηφίες των κρατών και των λαών της Ευρώπης. Μπορούμε να εξετάσουμε αυτές τις ιδέες.

Αυτή ήταν η σκέψη μου, όταν πρότεινα το δημοψήφισμα στην Ελλάδα, μετά από την τελευταία διάσωση της χώρας στις 26 Οκτωβρίου. Το πρόβλημα που αντιμετώπισε η Κυβέρνησή μου, δεν ήταν η έλλειψη αλληλεγγύης μεταξύ των Ευρωπαίων εταίρων μας, πράγμα για το οποίο τους είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων.

Και φυσικά, το κόμμα των Πρασίνων στάθηκε ως μεγάλος φίλος και σύμμαχος σε αυτό τον αγώνα μας.

Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίσαμε ήταν η άρνηση πολλών στην Ελλάδα, ιδιαίτερα των κομμάτων της Αντιπολίτευσης, να υποστηρίξουν τις μεταρρυθμιστικές μας προσπάθειες, καθώς και ενός κατεστημένου που φοβόταν την αλλαγή προς μια δικαιότερη κοινωνία. Είχαν σφοδρές αντιρρήσεις για οποιεσδήποτε δημοσιονομικές ή διαρθρωτικές αλλαγές στην Ελλάδα. Ωθούσαν μερίδες της κοινωνίας να αντιδράσουν και να αντισταθούν με τον πιο αρνητικό, ακόμα και με βίαιο τρόπο.

Και δεν αναφέρομαι στις ειρηνικές διαδηλώσεις, τις οποίες σέβομαι ειλικρινά και καταλαβαίνω. Αναφέρομαι στα προνόμια και τα κατεστημένα συμφέροντα που κρύβονταν πίσω από πολλές διαδηλώσεις. Δεν ήθελαν αλλαγές, επειδή τους αφαιρούσαμε τα προνόμιά τους.

Έτσι, αποφάσισα να αναλάβω μια πρωτοβουλία, για να δώσω πάλι τη δύναμη στους πολίτες. Αποφάσισα ότι ήταν προτιμότερο να εμπιστευτώ τον Ελληνικό λαό, την κρίση του, το πατριωτικό του αίσθημα, την υπευθυνότητά του, για να παρακάμψω ένα πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, που δεν ήθελε μεταρρύθμιση, αλλά επιθυμία του ήταν να αποτύχουμε πάση θυσία.

Ήθελα να καταστήσω την Αντιπολίτευση υπεύθυνη. Και αυτή η πρωτοβουλία θα ήταν μια σαφής απάντηση σε όλους όσοι στην Ευρώπη αμφισβητούσαν την αποφασιστικότητά μας να αλλάξουμε την Ελλάδα και να παραμείνουμε στο ευρώ.

Αυτή η πρόταση, όμως, από μόνη της, προκάλεσε έντονη συζήτηση. Και για πρώτη φορά, φάνηκε μια ευκαιρία για ευρύτερη συναίνεση. Κάλεσα, λοιπόν, όλα τα πολιτικά κόμματα σε διαπραγματεύσεις και έτσι σχηματίστηκε ένας μεγάλος συνασπισμός, μια μεταβατική Κυβέρνηση, με βασική εντολή την επικύρωση της συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου. Όταν το έργο αυτό ολοκληρωθεί, θα προχωρήσουμε σε εθνικές εκλογές.

Αυτή η λύση προέκυψε από ανάγκη. Ωστόσο, πρότεινα επίσης να εξετάσουμε, ως ευρύς συνασπισμός, πιθανές λύσεις με τους βόρειους γείτονές μας για το ζήτημα του ονόματος της FYROM, αλλά και για το διάλογο με την Τουρκία, όπως και για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής.

Υπάρχουν σίγουρα πολιτικές διαφορές σ' αυτό τον ευρύ συνασπισμό. Αυτό που έχει σημασία, όμως, είναι ότι είμαστε σύμφωνοι και αποφασισμένοι να σώσουμε την Ελλάδα, να εξυγιάνουμε τα δημοσιονομικά μας και να αποκαταστήσουμε τη χρηστή διακυβέρνηση.

Παρόλο που η απόφασή μου δέχτηκε έντονες κριτικές, προκάλεσε και συζήτηση στην Ευρώπη, ο Jurgen Habermas απήντησε ως εξής: «πρέπει να διαφυλάξουμε την αξιοπρέπεια της Δημοκρατίας». Και η αξιοπρέπεια της Δημοκρατίας είναι η αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπου. Έρχομαι τώρα στο τελευταίο θέμα: η ενιαία Ευρώπη ξεκίνησε ως σχέδιο ειρήνης και εξακολουθεί να παραμένει προσηλωμένη στο στόχο αυτό, στα Βαλκάνια, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, στις οποίες επιδιώκουμε την ειρήνη και τη δυνατότητα περιορισμού, ήδη συμβαίνει αυτό, αλλά προσβλέπουμε σε μεγαλύτερη μείωση των εξοπλιστικών δαπανών και των δύο χωρών. Προσδοκούμε να δούμε αυτό το σχέδιο ειρήνης να πραγματοποιηθεί για την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο.

Ωστόσο, η Ευρώπη δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά. Μπορεί να γίνει μοντέλο για την παγκοσμιοποιημένη κοινωνία μας. Μπορεί, επίσης, να καταστεί πρότυπο μίας εξανθρωπισμένης παγκοσμιοποίησης, στον τρόπο συνεργασίας ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτιστικές παραδόσεις, διαφορετικές χώρες, διαφορετικές γλώσσες, διαφορετικές θρησκείες, όλες συνενωμένες κάτω από τις κοινές μας αξίες, της Δημοκρατίας και του αλληλοσεβασμού, του σεβασμού στις δημοκρατικές μας αξίες και στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Πράγματι, μπορούμε να συνδυάσουμε την κυριαρχία μας, για να γίνουμε ισχυρότεροι, αλλά ταυτόχρονα σεβόμενοι τις διαφορές μας.

Συνεπώς, πρέπει να ενωθούμε. Μαζί, ενωμένοι, ναι, οι «Κόκκινοι» και οι «Πράσινοι» και οι άλλες προοδευτικές δυνάμεις, σε ένα κοινό μέτωπο απέναντι στη διαμορφούμενη κυρίαρχη συντηρητική ιδεολογία στην Ευρώπη. Στην ιδεολογία του εθνικισμού, της προκατάληψης, της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και του φόβου. Πρέπει να είμαστε ενωμένοι απέναντι σε κάθε παρόμοια τάση, είτε απροκάλυπτη, είτε και συγκαλυμμένη.

Πρόσφατα, γίναμε μάρτυρες της φρικτής σφαγής νεαρών προοδευτικών στο Όσλο, και, όπως ανέφερε και ο Cem Özdemir, πληροφορηθήκαμε τις εξοργιστικές αποκαλύψεις σχετικά με τρομοκράτες νεοναζί, που δολοφονούσαν αδιακρίτως ξένους στην Γερμανία, κατά κύριο λόγο Τούρκους, αλλά και έναν Ελληνογερμανό. Τα γεγονότα αυτά φανερώνουν πόσο ευάλωτοι μπορούμε να γίνουμε στις δημοκρατίες μας.

Όχι, η πολυπολιτισμικότητα δεν πρέπει να θεωρηθεί απαγορευμένη λέξη. Οφείλουμε να υλοποιήσουμε τις πολιτικές εκείνες, που θα φέρουν την πολυμορφία της Ευρώπης στο προσκήνιο, ως δύναμη και όχι ως αδυναμία της.

Πρόκειται για απαραίτητη προϋπόθεση μίας ισχυρότερης Ευρώπης. Επιπλέον, αποτελεί και απαραίτητη προϋπόθεση ενός μοντέλου για την περιοχή, για την ευρύτερη περιοχή, για όσα βλέπουμε να διαδραματίζονται στην Αραβική Άνοιξη, όπου οι γυναίκες και οι νέοι διαθέτουν πλέον φωνή. Με το μοντέλο αυτό, μπορούμε να καταδείξουμε σαφώς ότι, μπορεί κανείς να είναι Μουσουλμάνος ή Χριστιανός ή Εβραίος ή οτιδήποτε άλλο, και να εξακολουθεί να είναι δημοκράτης.

Αυτός είναι και ο λόγος, για τον οποίο είμαι θερμός υποστηρικτής της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση - βεβαίως, με όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, αλλά πρωτίστως ως γείτονα χώρα. Πάντοτε υποστήριζα ότι η Τουρκία έχει θέση στην ευρωπαϊκή μας οικογένεια. Πρέπει να υπερβούμε, λοιπόν, τις νέες διαιρέσεις στην Ευρώπη, διότι συνιστούν συνταγή αποτυχίας.

Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω με μία σύντομη ιστορία. Η τελευταία φορά που βρέθηκα στην περιοχή του Κιέλου ήταν πριν από περίπου 35 χρόνια. Εκείνη την εποχή, ήμουν πολιτικός πρόσφυγας, σε εξορία στην Σουηδία, και ερχόμουν συχνά στην Γερμανία για να συμμετάσχω σε διαδηλώσεις για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, με πολλούς ακόμη Έλληνες και Γερμανούς, που αγωνίζονταν για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα.

Μία φορά, λοιπόν, που ήρθαμε εδώ, μας κράτησαν στα σύνορα για μία ολόκληρη ημέρα και μας υπέβαλαν σε εξονυχιστικό έλεγχο. Για ποιο λόγο, άραγε; Μας υποπτεύονταν για τρομοκράτες, με πιθανό στόχο τη μεταφορά πλαστικών εκρηκτικών στην Ελλάδα για την απόπειρα βίαιης ανατροπής της δικτατορίας.

Αυτή ήταν η Ευρώπη, λοιπόν, πολλά χρόνια πριν, διαιρεμένη και κατακερματισμένη σε εθνικισμούς, ιδεολογίες, τείχη, καταπίεση και φόβο.

Δεν έχουμε το περιθώριο να επιστρέψουμε σε τέτοιες διαχωριστικές γραμμές. Ο μόνος δρόμος που έχουμε είναι να πάμε μπροστά. Μπορούμε να πάμε μόνο μπροστά, προς μία καλύτερη, δημοκρατικότερη, δικαιότερη, πράσινη, ισχυρότερη και βιώσιμη Ευρώπη.

Και τη στιγμή που οι αριστερές Κυβερνήσεις στην Ευρώπη πασχίζουν να παραμείνουν στην εξουσία από την έναρξη της παγκόσμιας ύφεσης, οι Πράσινοι ισχυροποιούνται όλο και περισσότερο. Στην Γερμανία, το εκλογικό ποσοστό σας είναι το υψηλότερο που έχει καταγραφεί, διαθέτοντας εκπροσώπους και στα 16 κρατίδια. Ήδη, οι Πράσινοι συμμετέχουν σε πέντε κυβερνητικούς συνασπισμούς στην Ευρώπη, εκ των οποίων τέσσερις μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες.

Ευελπιστώ ότι, στις εκλογές του 2013, οι «Κόκκινοι» και οι «Πράσινοι» θα εξασφαλίσουν και πάλι την πλειοψηφία, ώστε να οικοδομήσουμε το μέλλον σε αυτή τη σχέση συνεργασίας και να συνεχίσουμε να μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον.

Καλή τύχη και σας ευχαριστώ πολύ."