Αρχική σελίδα Γιώργος Παπανδρέου 14/12/11 Ελληνοαμερικανικό επιμελητήριο

14 Δεκεμβρίου 2011 Ομιλία στο 22ο Συνέδριο του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητήριου

με θέμα :"Η Ώρα της Ελληνικής Οικονομίας - Ώρα Ευθύνης, Αποφάσεων και Δράσης"

"Αγαπητέ Πρόεδρε του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου, κ. Γραμματίδη,
Αγαπητέ κ. Πρέσβη των ΗΠΑ,
Κύριοι πρέσβεις, κύριοι συνάδελφοι, κυρίες και κύριοι,

Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση.

Και βέβαια, ο τίτλος του Συνεδρίου είναι πράγματι επίκαιρος. «Ώρα ευθύνης, αποφάσεων και δράσης» για όλους μας - την παγκόσμια κοινότητα, την Ευρώπη, την Ελλάδα, τους κοινωνικούς εταίρους, τα κόμματα. Θέλω να ξεκινήσω, όμως, με μια ειλικρινή διάγνωση των αιτιών της κρίσης, διότι για να υπερβούμε την κρίση, πρέπει να δούμε πώς θα πάμε μπροστά και γιατί φτάσαμε έως εδώ.

Αντιμετωπίσαμε τρία φαινόμενα ταυτόχρονα: βρεθήκαμε πρώτα απ' όλα αντιμέτωποι με τα αποτελέσματα μιας αλόγιστης, θα έλεγα, ολέθριας κυβερνητικής διαχείρισης, τα χρόνια που προηγήθηκαν του 2009, με δραματική επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης, που εκτίναξε ελλείμματα και χρέη σε επίπεδα τα οποία σχεδόν διπλασιάστηκαν ιστορικά, μέσα σε λίγα χρόνια.

Παράλληλα, η ένταση των διαλυτικών φαινομένων - μίλησε ο κ. Γραμματίδης για τη λειτουργία του κράτους - η αποσάθρωση της κρατικής λειτουργίας που καλλιεργήθηκε, η αύξηση της αδιαφάνειας, των σκανδάλων, της διαφθοράς, της αναξιοκρατίας, η ίδια η υποβάθμιση των δημοκρατικών θεσμών, είχαν άμεση επίπτωση και στην οικονομία, αλλά και στην αξιοπιστία της χώρας μας, τόσο απέναντι στους πολίτες μας, όσο και διεθνώς.

Έτσι, μέσα στη συγκυρία μιας πρωτοφανούς δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, μέσα σε ένα κλίμα φόβου των αγορών να ρισκάρουν, βρέθηκε η χώρα μετέωρη στο χείλος της χρεοκοπίας. Είχαμε πει τότε, «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» - πόσο δίκιο είχαμε! Η Κυβέρνησή μας τότε ήταν έτοιμη για τις μεγάλες αλλαγές, που χρειαζόταν ο τόπος. Όμως, ασχοληθήκαμε, αναγκαστικά ασχοληθήκαμε - ήταν ευθύνη μας, βεβαίως - με το να σώσουμε τη χώρα, με όποια μέσα υπήρχαν. Πριν προλάβουμε να την αλλάξουμε.

Και βέβαια, αλλάξαμε και αλλάζουμε την Ελλάδα - και θα επανέλθω σε αυτό - αλλά θα ήταν πολύ καλύτερο για όλους μας να είχαμε προλάβει την κρίση με τις αλλαγές αυτές, δηλαδή να μην φτάσουμε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, να μην φτάσουμε στο να ζητήσουμε βοήθεια και προστασία από τους εταίρους μας, να μην χρειαστεί να είμαστε υπό την εποπτεία μιας Τρόικας, να μην χρειαστεί να περάσουμε από την απότομη και σχεδόν βίαιη προσαρμογή, για να μην καταρρεύσουμε.

Σήμερα, όμως, είμαστε υποχρεωμένοι, μαζί με τη διαχείριση της κρίσης, να κάνουμε - όπως και κάνουμε - τις βαθιές αλλαγές, που θα μας επιτρέψουν επιτέλους να σταθούμε στα δικά μας, ελληνικά πόδια.

Το δεύτερο φαινόμενο που αντιμετωπίσαμε ήταν η αποτυχία των ίδιων των ευρωπαϊκών θεσμών να προλάβουν αυτό τον εκτροχιασμό, ειδικά το δημοσιονομικό. Και είναι απορίας άξιο πώς μια χώρα, που βρισκόταν σχεδόν συνεχώς υπό δημοσιονομική επιτήρηση από το 2004 μέχρι και το 2009, έφτασε σε αυτό το σημείο, στο σημείο όπου έθεσε σε κίνδυνο τη σταθερότητα του ίδιου του ευρώ. Εάν είχαν πράγματι λειτουργήσει οι θεσμοί αυτής της Ένωσης, δεν θα παρέδιδε η προηγούμενη Κυβέρνηση ένα έλλειμμα και ένα χρέος μη διαχειρίσιμο.

Το τρίτο φαινόμενο που αντιμετωπίσαμε, με αρνητικά αποτελέσματα που τα ζούμε ακόμη και σήμερα, ήταν η αποτυχία της ίδιας της Ευρωζώνης να διαγνώσει έγκαιρα τις εγγενείς αδυναμίες της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης. Αποτυχία της, θα έλεγα, επίσης, ήταν και το ότι δεν αναγνώρισε έγκαιρα αυτό που εξ αρχής είχα υποστηρίξει, δηλαδή ότι η ελληνική κρίση δεν ήταν μόνο ελληνική. Ναι, είχαμε και έχουμε τις ευθύνες μας, όμως, δεν ήμασταν εμείς το πρόβλημα της Ευρωζώνης και, όπως πολύ χαρακτηριστικά λένε πολλοί αναλυτές, «δεν μπορεί μια χώρα, που αποτελεί το 2%-3% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να είναι το πρόβλημα της Ευρωζώνης».

Κυρίες και κύριοι, για πόσο καιρό δεν ζήσαμε με το μύθο που ορισμένοι καλλιεργούσαν, προσβάλλοντάς μας, μάλιστα, πολλές φορές, ότι αρκούσε η Ελλάδα να βάλει τάξη στα του οίκου της, για να ηρεμήσουν από μόνα τους τα πράγματα στην Ευρώπη; Ήταν μια θεωρία, που δεν άντεξε για πολύ, αλλά χάθηκε πολύτιμος χρόνος.

Το 2010, θυμίζω, τέτοια εποχή, όταν σας μίλησα πέρυσι, η Ελλάδα ήταν καθ' όλα συνεπής στις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει. Εν τω μεταξύ, όμως, η κρίση φούντωνε. Δείτε τι έγινε, λοιπόν, με τη συμπεριφορά κατεστημένων ευρωπαϊκών πολιτικών δυνάμεων: αντί, πέρα των υπαρκτών ευθυνών της χώρας μας, να δουν τη συστημική πλευρά της κρίσης και να την εξηγήσουν στους πολίτες τους, προτίμησαν μια στάση ευκολίας έναντι της κοινής τους γνώμης. Με τη βοήθεια μερίδας των διεθνών Μέσων Ενημέρωσης, καλλιεργήθηκαν στερεότυπα και χαράχτηκαν νέες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε «εργατικούς βόρειους» και δήθεν «τεμπέληδες Έλληνες ή νότιους».

Λύσεις και εργαλεία, που εμβαθύνουν την ευρωπαϊκή συνεργασία, στιγματίστηκαν με εύπεπτα και εύκολα επιχειρήματα. Αυτό-εγκλωβίστηκαν ηγεσίες και πολιτική, υιοθέτησαν μια ολέθρια προκατάληψη, που δεν έβλεπε μια χώρα να ασθενεί, λόγω πολλών αιτιών, αλλά που ταύτιζε την ασθένεια, το αίτιο του κακού, με την ίδια τη χώρα.

Όταν επί μήνες αρνείσαι κάτι και καλλιεργείς τις αντίστοιχες προκαταλήψεις στην κοινή γνώμη, μετά είναι πολύ δύσκολο να ανατρέψεις το κλίμα αυτό. Συνεπάγεται, όμως, και μεγαλύτερο πολιτικό κόστος, συγκριτικά με αυτό που θα είχες, αν εξ αρχής είχες δει το πρόβλημα στη σωστή του διάσταση και ήσουν ειλικρινής με τους πολίτες.

Αυτός ο υπόκωφος ρατσισμός αποτελεί απειλή για την Ευρώπη, την Ευρώπη του σήμερα και του αύριο.

Τώρα, που χρειάζεται να συγκλίνουμε, να εμβαθύνουμε τη συνεργασία μας, σήμερα, απαιτείται όσο ποτέ άλλοτε η ανατροπή αυτών των αντιλήψεων, η επαναφορά αξιών που στερέωσαν την αρχική ιδέα της Ευρώπης, προκειμένου να ληφθούν οι σωστές αποφάσεις στην Ένωση. Είμαστε, ναι, μια Ευρώπη πολυπολιτισμική, με διαφορετικές παραδόσεις, ιστορίες, γλώσσες, ικανότητες και ταλέντα. Αυτή η ποικιλία είναι η δύναμή μας. Όχι η αδυναμία μας. Η Ελληνίδα, ο Έλληνας έχουν τεράστια αποθέματα ταλέντου, εργατικότητας, φιλότιμου, δημιουργικότητας, παλικαριάς, συμπόνιας και ανθρωπιάς, αρκεί να δοθεί το κατάλληλο έδαφος και οι συνθήκες.

Βεβαίως, στην περίπτωση της χώρας μας, υπήρξε τελικά η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και, μάλιστα, πρωτοφανής σε μέγεθος. Δώσαμε μάχη γι' αυτήν και πείσαμε. Πείσαμε, ότι μπορούμε να είμαστε αξιόπιστοι και τιμούμε την εμπιστοσύνη και αλληλεγγύη των εταίρων μας, τη στήριξη των λαών και των φορολογούμενων κάθε χώρας που βοηθά τη χώρα μας, προσπαθώντας εμείς να είμαστε όσο γίνεται πιο συνεπείς στις δεσμεύσεις μας. Και αυτό, βεβαίως, με βαριές θυσίες των πολιτών.

Τονίζω πάντα ότι αυτή η αλληλεγγύη είναι μια επένδυση. Επένδυση σε μια Ελλάδα διαφορετική, όχι στην Ελλάδα του πρόσφατου παρελθόντος. Αλλά αυτή η αλληλεγγύη προς τη χώρα μας δεν αρκούσε για να αντιμετωπισθεί συνολικά η κρίση.

Η κρίση του 2008 είχε ως αποτέλεσμα να χαθεί η εμπιστοσύνη στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με αποτέλεσμα να παγώσουν Τράπεζες, συναλλαγές και επενδύσεις. Σήμερα, κινδυνεύουμε από τη χαμένη εμπιστοσύνη προς το κοινό μας νόμισμα, το ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, από την έλλειψη της βούλησής μας, ως Ευρωπαίων, να δουλέψουμε πραγματικά μαζί, για να υπερβούμε τα προβλήματα και να χτίσουμε μια πραγματική νομισματική, οικονομική και πολιτική Ένωση. Αυτό αναζητείται συνεχώς, από Σύνοδο Κορυφής σε Σύνοδο Κορυφής, όπου κάθε φορά υποτίθεται ότι θα δοθεί επιτέλους μια σαφής και τελική απάντηση. Κάθε φορά, η Ευρώπη βρέθηκε ένα-δυο βήματα πίσω από την ανάγκη της στιγμής, κάνοντας πολύ λίγα, πολύ αργά.

Μέχρι τώρα, βλέπαμε σενάρια εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Σήμερα, στα Μέσα Ενημέρωσης, γράφονται ακόμα και σενάρια εξόδου της Γαλλίας από το ευρώ.

Η αντίδρασή μας ήταν σαν να δίνεις σε μια ασθένεια μια μικρή δόση αντιβιοτικού, που δεν αρκεί, με αποτέλεσμα να χειροτερεύει η κατάσταση του ασθενούς, να χρειάζεται έπειτα και νέα, πολύ μεγαλύτερη δόση αντιβιοτικού, πάλι όμως να δίνεις μικρότερη του απαραίτητου, και να φτάνουμε πια στο σημείο όπου ο ασθενής να έχει εξουθενωθεί, αλλά και ο ιός να έχει μετεξελιχθεί, ώστε να μην πιάνουν πια τα φάρμακα.

Δεν θέλω να είμαι απαισιόδοξος, ούτε και με την τελευταία απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου. Ναι, είναι μια θετική απόφαση. Θετική για την Ελλάδα, όπως ήταν θετικές οι αποφάσεις του Οκτωβρίου και του Ιουλίου. Όμως, αυτές οι αποφάσεις, αν είχαν παρθεί προ ενός έτους ή ακόμα και προ έξι μηνών, θα ήταν πολύ διαφορετικό το κλίμα και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Γιατί, πολλές φορές, όχι μόνο αποφασίζουμε πολύ λίγα, πολύ αργά, αλλά δίνουμε και λάθος φάρμακα. Παίρνω ως παράδειγμα - και πιστεύω ότι ήταν καθοριστικό για την πορεία και της χώρας μας - την απόφαση της Deauville, για τον τρόπο συμμετοχής του ιδιωτικού τομέα, το λεγόμενο «PSI». Θεωρητικά, ναι, μοιάζει ωραίο να πληρώνουν οι ιδιώτες επενδυτές, που αγοράζουν τα κρατικά ομόλογα. Ήταν και ωραίο να το λέμε εμείς, οι Κυβερνήσεις, στην κοινή μας γνώμη.

Στην πράξη, όπως εξαρχής είχα επισημάνει, αυτό θα είχε - και είχε τελικά - το αντίθετο αποτέλεσμα. Σε μια εποχή όπου οι αγορές λειτουργούν φοβικά, αρνούμενες να αναλάβουν ρίσκο και αναζητούν εμπιστοσύνη και ασφάλεια, είναι τελείως παράλογο να τις φοβίζει κανείς περισσότερο, με την απειλή ότι θα σημειώσουν μεγάλες απώλειες, αν επενδύσουν τα χρήματά τους σε κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης.

Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο, όπως δημοσίως, σε ομιλία μου στο Παρίσι, είχα τονίσει πέρυσι, τέτοια εποχή. Το αυξημένο ρίσκο ενσωματώθηκε στο κόστος δανεισμού, οι Τράπεζες σταμάτησαν να δανείζουν με λογικά επιτόκια τις πιο προβληματικές χώρες, διαιρέθηκε η Ευρωζώνη από τις ίδιες τις αγορές σε χώρες χαμηλού και υψηλού ρίσκου, ενώ τα spreads εκτινάχθηκαν, με θύμα όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, που αναγκάστηκαν και αυτές να ενταχθούν σε μηχανισμό στήριξης.

Αποτέλεσμα; Να υπονομευθούν τα θεμέλια του κοινού νομίσματος και να απειληθεί το ευρώ. Οι αποφάσεις του τελευταίου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, λοιπόν, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά πρέπει να συμπληρωθούν το ταχύτερο με τολμηρά βήματα. Βέβαια, το περσινό κλίμα των αγορών είχε αρνητικές συνέπειες και στην Ελλάδα και στο πρόγραμμά μας.

Δημιουργήθηκε κλίμα, ότι η Ελλάδα θα χρεοκοπήσει - θυμάστε όλα τα δημοσιεύματα - ότι η Ελλάδα θα φύγει από το ευρώ από τις αρχές του 2011. Υπήρξαν αναλυτές, αλλά ακόμα και υψηλόβαθμα στελέχη της Ευρωζώνης, που μιλούσαν για όλα αυτά τα ενδεχόμενα, με αποτέλεσμα η πραγματική οικονομία να χτυπηθεί, οι Τράπεζες να φοβηθούν, οι επενδυτές, Έλληνες και ξένοι, επίσης να φοβούνται την επένδυσή τους και να περιμένουν να δουν τι θα γίνει με την Ελλάδα, αν θα μείνει στο ευρώ ή θα χρεοκοπήσει. Και βεβαίως, ο καταναλωτής, ο καταθέτης να αντιδρά με διαφορετικούς τρόπους, ακόμα και να βγάζει τα λεφτά του από τις Τράπεζες, να τα στέλνει στο εξωτερικό ή αλλού, και αυτό να έχει ακόμα πιο αρνητική επίπτωση στην πραγματική οικονομία.

Βέβαια, εν τέλει, η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στη διαχείριση και ρύθμιση των χρεών χωρών, θα περιοριστεί, όπως αποφασίστηκε στην πρόσφατη Σύνοδο και τη Σύνοδο του Οκτωβρίου, μόνο στην Ελλάδα. Αυτό είναι τελικά ευεργετικό για τη χώρα μας, όμως, για την Ευρωζώνη, η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα θα μπορούσε να γίνει - όπως πολλοί και όπως και εγώ έχω προτείνει - με την καθιέρωση ενός φόρου επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Τα ποσά που θα συγκέντρωναν, θα αποτελούσαν πηγή εσόδων για το μηχανισμό στήριξης, τον λεγόμενο «EFSF», ασφάλιστρα για την Ευρωζώνη, όπως και πηγή για μόχλευση ιδιωτικών επενδύσεων σε αναγκαίες υποδομές, για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, αλλά και για την κοινωνική συνοχή στην Ευρώπη.

Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών δεν μπορεί και δεν θα επιτευχθεί μόνο με περισσότερη δημοσιονομική πειθαρχία. Αυτή είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Εάν 17 ή ακόμα και 27 χώρες ακολουθήσουν πρόγραμμα λιτότητας και μόνον, όχι μόνο δεν θα λυθεί το πρόβλημα, αλλά θα ενταθεί το πρόβλημα του χρέους που έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με μια παρατεταμένη ύφεση.

Το πρόβλημα της Ευρώπης δεν είναι απλά θέμα διαχείρισης ελλειμμάτων και χρέους. Είναι ζήτημα ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Και η έλλειψη ανταγωνιστικότητας σε πολλές χώρες της Ευρώπης έχει πιθανώς διαφορετικά αίτια. Στην Ισπανία, η κρίση ξέσπασε, λόγω μιας «φούσκας» στις οικοδομές. Στην Ιρλανδία, λόγω της «φούσκας» στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Στην Ελλάδα και στην Ιταλία, όλοι οι αναλυτές υποστηρίζουν, όπως και εμείς γνωρίζουμε καλά, ότι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας είχε και έχει σχέση πολύ περισσότερο - το είπε εξάλλου και ο Πρόεδρός σας - με την ανομία, τη γραφειοκρατία, την πελατειακή διάρθρωση του κράτους και της οικονομίας και με την αδιαφάνεια, που δεν συνέβαλαν στη σωστή διαχείριση των επενδύσεων ή των πόρων που έχει ο τόπος.

Άρα, αυτή η ανταγωνιστικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε τι θα βασιστεί; Μήπως θα βασιστεί στα μοντέλα των αναδυόμενων οικονομιών; Στη φθηνή εργασία; Στην έλλειψη συλλογικών διαπραγματεύσεων μεταξύ εργοδοσίας και εργαζομένων; Στην έλλειψη κοινωνικού κράτους; Στην εύκολη υποβάθμιση του περιβάλλοντος από τη βιομηχανική ανάπτυξη;

Αυτά είναι προσωρινά πλέον αιτήματα, που έχουν οι αναδυόμενες και οι αναπτυσσόμενες χώρες. Δεν είναι όμως μοντέλο ανταγωνιστικό, ούτε και κοινωνικά δίκαιο για την Ευρώπη. Δεν είναι ευρωπαϊκό μοντέλο.

Η Ευρώπη θα ανταγωνιστεί, με βάση όχι τις ανισότητες, αλλά την ποιότητα. Και τα εργαλεία, για να ανταγωνιστούμε σωστά και να βγούμε από το φαύλο κύκλο, είναι γνωστά. Είναι, μεταξύ άλλων, η επένδυση σε ένα άλλο μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης - το θέμα της περσινής σας συνάντησης.

Μεγαλύτερη διαφάνεια, καλύτερη αξιοποίηση των πόρων κάθε κράτους, αλλά και των ευρωπαϊκών πόρων, καθώς και του ανθρώπινου δυναμικού, που είναι ένα συγκριτικό μας πλεονέκτημα, εκσυγχρονισμό μέσα από την ηλεκτρονική διακυβέρνηση των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ταυτόχρονα, μια ριζική στροφή στην ποιοτική και πράσινη ανάπτυξη.

Ήμουν πρόσφατα στο Durban της Νότιας Αφρικής, στη συνάντηση για την κλιματική αλλαγή. Είμαι πεπεισμένος, όσο ποτέ άλλοτε, ότι οι δύο κρίσεις, η κρίση στην οικονομία και η κρίση στο θέμα του κλίματος, είναι συνυφασμένες και οι λύσεις είναι κοινές.

Για τον αναπτυγμένο κόσμο και την Ευρώπη ειδικότερα, αποτελεί ευκαιρία η επένδυση σε μια πράσινη οικονομία. Με τον εκσυγχρονισμό των υποδομών μας. Τη σύνδεση των περιοχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ακόμα παραμένουν ασύνδετες - Νότια, Κεντρική, Ανατολική, Βόρεια Ευρώπη. Τη σύνδεση, με επένδυση σε σύγχρονες συγκοινωνίες, δίκτυα πράσινης ενέργειας, ευρυζωνικά δίκτυα, δίκτυα παιδείας και καινοτομίας.

Αυτή η μεγάλη επένδυση θα μας κάνει ανταγωνιστικούς. Παράλληλα, αυτή η επένδυση θα δημιουργήσει δουλειές. Θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί και να βοηθηθεί η ανάπτυξη και, βεβαίως, μπορεί να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη μέσα από τα κατάλληλα εργαλεία.

Κατάλληλα εργαλεία: η αλλαγή της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα ευρωομόλογα για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, αλλά και τα αναπτυξιακά ευρωομόλογα, καθώς και ο φόρος επί των χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως και ο φόρος επί του διοξειδίου του άνθρακα, που μπορούν να αποφέρουν πολύ σημαντικούς πόρους. Θα επιτρέψουν την ενίσχυση της ανάπτυξης, με επένδυση στη λεγόμενη «πράσινη οικονομία».

Έτσι, θα ενισχυθεί η ανάπτυξη, η απασχόληση, θα δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας και θα μειωθούν οι ανισότητες. Και έτσι, μέσα από αυτή την ανάπτυξη, μπορούμε να καταφέρουμε, με τη σειρά μας, τη μείωση του χρέους. Είμαι πεπεισμένος ότι η Ευρώπη έχει τις δυνατότητες, εφόσον υπάρχει και η πολιτική βούληση.

Κλείνω την τοποθέτησή μου για τα διεθνή, με μια αναφορά στο ρόλο των αγορών. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς μαρξιστής, για να δει ότι οι αγορές δεν λειτουργούν πάντα - ίσως, ούτε καν συνήθως - ορθολογικά. Τα παραδείγματα είναι γνωστά. Η ευφορία, από τη μια πλευρά, που δημιούργησε «φούσκες», ο φόβος από την άλλη και οι οίκοι αξιολόγησης, που ακολουθούν τις αγορές, αντί να τις αξιολογούν πραγματικά.

Που δεν είδαν να έρχεται η κρίση το 2008, που δεν είδαν τα ελλείμματα και το χρέος της χώρας μας και μας αξιολογούσαν με «3Α», τότε που έπρεπε να μας προειδοποιήσουν και, βεβαίως, στη συνέχεια, να αντιδρούν στα άκρα, τελείως αντίθετα, μόλις δημιουργήθηκε η κρίση, με συνεχείς υποβαθμίσεις και δυσμενείς προβλέψεις.

Χρειάζονται λοιπόν δημοκρατικές εποπτείες και ρυθμίσεις, ώστε να μπορέσουμε να κατευθύνουμε τις αγορές σωστά. Ένα παράδειγμα: σήμερα, οι αγορές ζητούν ευρωομόλογα, πρόταση που θεωρήθηκε πριν από ένα χρόνο «αριστερή».

Η απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, οι ακραίες καταστάσεις αδιαφανών, ευνοϊκών προϊόντων, τα γνωστά «CDS's», οι φορολογικοί παράδεισοι, είναι μόνο μερικά από αυτά τα οποία, παρά τα πολλά λόγια, το G20 και η Ευρώπη δεν έχουν ρυθμίσει. Έχουν καθυστερήσει. Και είναι ευθύνη και της Διεθνούς Κοινότητας, είναι ευθύνη των μεγάλων δυνάμεων της Διεθνούς Κοινότητας, να πάρουν πρωτοβουλίες.

Η αδυναμία να ρυθμίσουν τις αγορές δημιουργεί τεράστιες κοινωνικές εκρήξεις, εκρήξεις που ζούμε σε όλο τον κόσμο. Και είναι ένα στοίχημα για τη Δημοκρατία, να μπορούμε να βάλουμε την πολιτική, δηλαδή την απόφαση των λαών μας και των Κυβερνήσεών μας, υπεράνω των αποφάσεων των άναρχων αγορών.

Και βέβαια, θα ήταν απαράδεκτο να προσπαθήσουν κάποιοι πολιτικοί στην Ευρώπη, η λύση που θα υιοθετηθεί, να είναι λύση που θα οδηγεί ξανά στην ξενοφοβία, στο ρατσισμό και στον ακραίο εθνικισμό. Αυτό που χρειάζεται η Ευρώπη είναι μεγαλύτερη σύγκλιση, κατανόηση και αλληλεγγύη.

Η δική μας συμμετοχή στο ευρώ, παρά τις δυσκολίες, είναι μια βασική προστασία και σταθερότητα. Όμως, λόγω αυτών των εξελίξεων, δεν μπορούμε να βασιστούμε στο ότι η Ευρώπη θα βγει από τη δίνη σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Γι' αυτό, συμπεραίνω ότι είναι ακόμα μεγαλύτερη η ανάγκη, και εμείς, ζητώντας μεν την προστασία της Ευρώπης, ζητώντας τις αλλαγές στην Ευρώπη, να κάνουμε το γρηγορότερο τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται η χώρα μας, ώστε να σταθούμε στα δικά μας πόδια και όχι σε «δάνειες» δυνάμεις.

Χρειαζόμαστε να πάμε σε ανάπτυξη, αλλά αυτή δεν θα έρθει από μόνη της. Δεν θα έρθει με το να πετάξουμε λεφτά στο πρόβλημα. Αν ήταν τόσο εύκολο, δεν θα είχαμε ύφεση το 2008 και το 2009, όταν είχαμε πετάξει τεράστια ποσά, με αποτέλεσμα τα χρέη και τα ελλείμματα. Τότε είχαμε ύφεση, και όχι μόνον ύφεση, αλλά και εκτίναξη των χρεών και των ελλειμμάτων. Πρέπει λοιπόν να γίνουμε μια χώρα που παράγει, που παράγει εξαγωγικά, που παράγει ανταγωνιστικά, που παράγει ποιοτικά, που παράγει και ελληνικά. Για να γίνουμε πια ανεξάρτητοι και να ορίζουμε την τύχη μας. Και αυτό, μπορούμε να το κάνουμε πραγματικά ελληνικά, αναδεικνύοντας τα όσα θετικά έχουμε, τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα. Και μπορούμε.

Μπορούμε. Και είναι απαράδεκτο να διολισθαίνει η χώρα σε μια λογική παραίτησης, κατάθλιψης, μοιρολατρίας ή και ισοπέδωσης των όσων πράγματι έχουμε πετύχει με θυσίες. Πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι η απεξάρτησή μας δεν θα έρθει, με το να βρούμε κάποιο εξιλαστήριο θύμα για τα προβλήματά μας, αλλά πρέπει να υπάρξει ανάταση και αυτοπεποίθηση για το τι μπορεί και το τι κάνει και η Ελλάδα και ο Ελληνισμός.

Ακόμα και η αρνητική δημοσιότητα για την Ελλάδα μπορεί γρήγορα να μετατραπεί σε ελληνικό θαύμα, από τη στιγμή που υπάρχουν και προωθούνται επιτυχίες - και υπάρχουν. Έχουμε μια πρωτοφανή στροφή στις εξαγωγές, με μεγάλη επιτυχία, 40% αύξηση, και αυτό με κατεξοχήν ποιοτικά ελληνικά προϊόντα. Μπορούμε και περισσότερο. Στον τουρισμό, στις υπηρεσίες, στην παιδεία και την υγεία, στον πολιτισμό, που μπορούν να γίνουν εξαγωγικές βιομηχανίες. Αντί να εξάγουμε φοιτητές, να εξάγουμε γνώση.

Η χώρα μας έχει καταβάλει την τελευταία διετία μια υπεράνθρωπη προσπάθεια και έχουμε αποτελέσματα. Καταρχήν, το μείζον, την αποφυγή της χρεοκοπίας της χώρας. Δεν είναι μόνον αυτό. Η δημοσιονομική εξυγίανση που έχει επιτευχθεί δεν έχει προηγούμενο στην πρόσφατη ευρωπαϊκή ιστορία.

Νομίζω ότι η απαξίωση αυτού του άθλου, διότι περί άθλου πρόκειται, συνιστά πάνω απ' όλα προσβολή προς τα επιτεύγματα των Ελλήνων πολιτών και τις θυσίες τους και, μάλιστα, τις βαριές θυσίες που έκαναν, για να φτάσουμε σ' αυτό το αποτέλεσμα.

Αυτή η προσπάθεια είναι που στήριξε τη μεθοδική και σκληρή διαπραγμάτευση που κάναμε και έφερε στη χώρα αποφάσεις χωρίς ιστορικό προηγούμενο - δύο πακέτα στήριξης, συνολικού ύψους 240 δισεκατομμυρίων ευρώ, μείωση κατά 50% του ιδιωτικού χρέους και, βεβαίως, δεκάδες δισεκατομμύρια που δεν θα πληρώνουν οι Έλληνες φορολογούμενοι, όπως παραδείγματος χάρη μείον 5 δις σε βάρη, για τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους, του 2012.

Βεβαίως, τα τελευταία δύο χρόνια, η Ελλάδα κατάφερε κι άλλα:

  • Το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων, που για δεκαετίες το ακούγαμε, το οποίο έχει ακόμα θέματα εφαρμογής.
  • Τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, που το κάνει βιώσιμο για τις επόμενες γενιές.
  • Την ανεξαρτητοποίηση της Στατιστικής Αρχής, για να έχουμε πλήρη διαφάνεια.
  • Την πλήρη αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας των Τριτοβάθμιων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων.
  • Τη νέα περιφερειακή συγκρότηση της χώρας με τον «Καλλικράτη».
  • Την άρση του καμποτάζ για τα κρουαζιερόπλοια.
  • ΑΣΕΠ και μόνον ΑΣΕΠ σε όλους τους διορισμούς, παντού.
  • Τη δημιουργία, για πρώτη φορά, Εθνικού Οργανισμού Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης και Υγείας, που θα μπει σε λειτουργία πολύ σύντομα.
  • Την πλήρη διαφάνεια σε όλες τις κρατικές δαπάνες.
  • Το μέγεθος του δημοσίου τομέα μειώθηκε κατά περίπου 200 χιλιάδες άτομα μέσα σε μια διετία και έχουμε πραγματικά ενιαίο μισθολόγιο.
  • Έχουμε επιστροφή στο παραγωγικό μοντέλο, με μεγάλη αύξηση του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με προοπτικές όπως το project «Helios».
  • Τη δημιουργία Οικονομικής Αστυνομίας και, για πρώτη φορά, το ανελέητο κυνήγι της φοροδιαφυγής, με διαφάνεια στο τραπεζικό απόρρητο.
  • Την ίδρυση επιχειρήσεων σε μία ημέρα.
  • Την στροφή στην αγροτική οικονομία, τη μεσογειακή διατροφή, την ηλεκτρονική συνταγογράφηση στις προμήθειες και την εξυγίανση των ΔΕΚΟ.
Τόσα πολλά και πολλά άλλα, σε τόσο λίγο χρόνο, δεν είχε κάνει καμία χώρα στο παρελθόν, τουλάχιστον η δική μας, παρά το ότι κάθε μέρα παλεύαμε στο χείλος του γκρεμού, για να αποφύγουμε τη χρεοκοπία.

Να προσθέσω κάτι ακόμα, αυτονόητο και αυτό, όπως και πολλά από τα προηγούμενα, αλλά που δεν γίνονταν επί χρόνια. Ζήσαμε και μια διετία χωρίς σκάνδαλα - και να μην το ξεχνάμε αυτό. Αλλά προσωπικά, θεωρώ ότι η μεγαλύτερη αλλαγή έγκειται στο ότι έχει πια εμπεδωθεί στη συνείδηση των πολιτών, ότι η χώρα χρειάζεται μεγάλες αλλαγές και, βεβαίως, ιδιαίτερα το κράτος.

Γι΄ αυτό, χρειάζεται να σταματήσουμε τη μοιρολατρία, χρειάζεται να προχωρήσουμε μπροστά δυναμικά και να τελειώνουμε με την αμφιβολία. Να τελειώνουμε με την αμφιβολία, πρώτα απ΄ όλα, απέναντι στην Ελλάδα, αλλά και απέναντι στην ίδια την Ευρώπη, να τελειώνουμε με την αμφιβολία για την πορεία και τη βιωσιμότητα της Ευρωζώνης και να επανέλθει η εμπιστοσύνη. Να τελειώνουμε, όμως, και με τα σενάρια για τη χώρα μας.

Η απόφαση της 26ης Οκτωβρίου δεν κάνει τη ζωή μας ρόδινη από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά δημιουργεί ένα πλαίσιο ασφάλειας, σιγουριάς και προοπτικής. Πέρα από τις χρηματοδοτικές δυνατότητες, μας επιτρέπει να διαχειριστούμε και να ρυθμίσουμε το χρέος μας με αποτελεσματικό τρόπο και, βεβαίως, παράλληλα, να αποκτήσουμε τη διεθνή εμπιστοσύνη και την εμπιστοσύνη των αγορών.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ήταν καθοριστικό να εφαρμοστεί αυτή η συμφωνία άμεσα και σε κλίμα μέγιστης κοινωνικής και πολιτικής συναίνεσης. Εφόσον η συναίνεση δεν μπορούσε να επιτευχθεί σε πολιτικό επίπεδο, στο επίπεδο των πολιτικών κομμάτων, είχα χρέος να την αναζητήσω στο επίπεδο της κοινωνίας, να πάω κατευθείαν στο επίπεδο των απλών πολιτών. Γι΄ αυτό και έκανα την πρόταση για δημοψήφισμα, για να αποφασίσει ο ίδιος ο Ελληνικός λαός για την πορεία του έθνους. Και τελικά, δεν έγινε το δημοψήφισμα, γιατί ξαφνικά - όπως και είχα πει - εφόσον υπήρξε η συμφωνία, έγινε πραγματικότητα και η συναίνεση σε πολιτικό επίπεδο, αυτό που αναζητούσα από τον περασμένο Ιούνιο και το οποίο, βεβαίως, συνέβαλε στη δημιουργία μιας Κυβέρνησης Εθνικής Συνευθύνης, η οποία σήμερα κυβερνά τον τόπο.

Όσον αφορά την προσωπική μου θέση, ήταν πάντα ξεκάθαρη. Ήμουν και είμαι στην πολιτική, όχι για τα αξιώματα, αλλά για τις πρωτοβουλίες και τις ευθύνες που αναλαμβάνω. Να ανοίγω νέους δρόμους. Και αυτό έκανα σε όλη μου τη διαδρομή. Εξάλλου, τι σημασία έχει το πολιτικό κόστος που ανέλαβα προσωπικά, σε σχέση με το κόστος που θα αναλάμβαναν οι πολίτες, αν η χώρα είχε χρεοκοπήσει;

Ο σχηματικός Κυβέρνησης Εθνικής Συνευθύνης και η συνεργασία, ήταν και είναι σταθερή επιλογή μου. Έχουμε μπροστά μας ως χώρα άμεσες και δύσκολες μάχες. Η παρούσα Κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου παρέχει τα καλύτερα δυνατά εχέγγυα, για να αντιμετωπίσουμε τις επερχόμενες προκλήσεις.

Πρώτον, τις διαπραγματεύσεις τις ίδιες για το νέο Μνημόνιο, που θα συνοδεύει τη δανειακή σύμβαση. Δεν είναι εύκολες διαπραγματεύσεις, όμως, η ευρύτερη συναίνεση δημιουργεί ένα πλαίσιο, που μας βοηθά ακόμα και διαπραγματευτικά. Θα σας πω κάτι απλό: τον Ιούνιο, όταν είχα συζητήσει με τον Αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας, τον κ. Σαμαρά, είχα πει να πάμε να διαπραγματευτούμε μαζί. Τελικά, δεν έγινε.

Είχα πει, «να διαπραγματευτούμε, μιας και το θέτεις. Και δεν έχουμε καμία αντίρρηση να δούμε ένα νέο εθνικό φορολογικό σύστημα, διότι πράγματι οι φόροι οι οποίοι υπάρχουν σήμερα είναι αρκετά μεγάλοι, αλλά δεν είναι μόνον αυτό, είναι και άδικα κατανεμημένοι πολλές φορές».

Πρέπει, από την άλλη πλευρά, όμως, να έχουμε τη συναίνεση του Ελληνικού λαού, τη συμμετοχή και τη στήριξη του Ελληνικού λαού σε αυτό το νέο φορολογικό σύστημα. Δεν αρκεί, όπως πολύ σωστά είπε ο κ. Γραμματίδης, απλά να ψηφίζουμε νόμους, αν αυτοί οι νόμοι δεν εφαρμόζονται για διάφορους λόγους, είτε διότι το ίδιο το Δημόσιο έχει μάθει διαφορετικά, έχει μάθει τη συναλλαγή σε πολλές περιπτώσεις, τη διαφθορά, δυστυχώς - να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους - ή ακόμα όταν υπάρχουν και κινήματα, που λένε «δεν πληρώνω» και, μέσα από αυτό, νομιμοποιούν τη φοροδιαφυγή.

Αν όμως πάμε και διαπραγματευθούμε μαζί, αν σήμερα ως Κυβέρνηση Εθνικής Συνευθύνης διαμορφώσουμε ένα εθνικό φορολογικό νομοσχέδιο, που ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, ο κ. Βενιζέλος, πρόκειται να προωθήσει, αν από κοινού το κάνουμε αυτό, θα πάμε στον Ελληνικό λαό και θα πούμε, ναι, μπορούμε να μειώσουμε τα βάρη σε ένα βαθμό.

Αλλά προϋπόθεση αυτής της μείωσης είναι να υπάρχει από όλους μας το αίσθημα του εθνικού καθήκοντος, να μην υπάρχει πια φοροδιαφυγή. Τότε, και μείωση των βαρών μπορούμε να έχουμε, και περισσότερα έσοδα μπορούμε να έχουμε, και να πείσουμε και την Τρόικα γι' αυτό. Γι' αυτό, είναι πολύ σημαντικό να μείνει αυτή η Κυβέρνηση για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, μια Κυβέρνηση Εθνικής Συνευθύνης, για να μπορέσει να ολοκληρώσει ένα εθνικό έργο. Ένα εθνικό έργο για τη χώρα.

Η διαπραγμάτευση αυτή δεν μπορεί να έχει έναν παραλογισμό. Δηλαδή, από τη μία, να λέμε ότι θα διαπραγματευτούμε για το νέο πρόγραμμα και, από την άλλη, να παρουσιάζουμε στους πολίτες μαγικές και ψευδείς εικόνες, ότι δήθεν η διαπραγμάτευση αυτή θα γίνει ή θα είναι ευχερέστερη μετά τις εκλογές.

Προσέξτε τον παραλογισμό: θα διαπραγματευτούμε τώρα με τους εταίρους μας, μέσα από μια Κυβέρνηση συνεργασίας, στην οποία συμμετέχουν οι κύριες πολιτικές δυνάμεις της χώρας, θα ψηφίσουμε αυτή τη συμφωνία με συντριπτική πλειοψηφία και, στη συνέχεια, θα ζητήσουμε μερικούς μήνες αργότερα αλλαγή αυτής της συμφωνίας!

Αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα. Τώρα είναι η ώρα της διαπραγμάτευσης και τώρα πρέπει όλες οι δυνάμεις να αναλάβουν τις ευθύνες τους, συμμετέχοντας σ' αυτήν, με τις θέσεις τους, βεβαίως, με τις προτάσεις τους, για να είναι ακόμα καλύτερες οι διαπραγματεύσεις και το αποτέλεσμά τους.

Δεύτερον, πρέπει να ολοκληρωθεί η προσπάθεια για μείωση του χρέους. Μια δύσκολη προσπάθεια, αλλά που μπορεί να απαλλάξει τον κάθε Έλληνα πολίτη από ένα σημαντικότατο βάρος του χρέους, που φέρει στις πλάτες του.

Τέλος, θέλω να επισημάνω πως η συνεχής εκλογολογία έχει αρνητικά αποτελέσματα για τη χώρα και την οικονομία. Την βλάπτει.

Κανείς δεν ξέρει σε τι πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον θα βρεθεί η Ευρώπη τους επόμενους μήνες. Πιστεύω και ελπίζω ότι θα ξεπεράσει την κρίση. Αλλά θα περάσει δύσκολα το επόμενο χρονικό διάστημα. Το πιο σωστό, το πιο υπεύθυνο, είναι να υπάρχει Κυβέρνηση ευρύτατης συνευθύνης, για να αντιμετωπίσουμε κάθε ενδεχόμενο, αντί να είναι κλειστή η Βουλή ή να βρίσκεται η χώρα σε προεκλογική περίοδο, σε μια κρισιμότατη συγκυρία για εμάς και την Ευρώπη.

Το πιο υπεύθυνο είναι να κάνουμε όλοι οι πολιτικοί το καθήκον μας, αντί να διασπάται η εθνική προσπάθεια από την εκλογική μας κινητοποίηση. Είναι πάντα χρήσιμη η πολιτική συζήτηση, όπως και οι ιδεολογικές διαφορές, αλλά πρέπει να πάρουμε εθνικής φύσης αποφάσεις και είμαστε σε διλήμματα, που έχουν σημασία για το έθνος και το αύριο της χώρας. Βασικά διλήμματα.

Και ο Ελληνικός λαός απαιτεί πολιτικούς και κόμματα, που βάζουν το ευρύτερο συμφέρον πάνω από το στενό εκλογικό συμφέρον. Αυτό κάνουμε κι εμείς. Αυτό πρέπει να κάνουμε όλοι, σε αυτή την κρίσιμη στιγμή. Η συνεργασία μας σήμερα, είναι και εγγύηση για τους πολίτες μας, όπως και για όσους μας βοηθούν - τους φορολογούμενους των άλλων χωρών, τους λαούς που φορολογούνται και μας δανειοδοτούν.

Με την ολοκλήρωση της προσπάθειας εφαρμογής της συμφωνίας της 26ης Οκτωβρίου, θα μπορούμε να ρίξουμε όλο το βάρος των προσπαθειών μας στη συνέχιση των μεγάλων αλλαγών, που αποτελούν εγγύηση για τη χώρα. Γιατί πιστεύω ότι, διακομματικά, ανεξάρτητα από το τι ψήφισαν ή τι σκοπεύουν να ψηφίσουν οι πολίτες, έχουμε τεράστιες δυνατότητες συνεργασίας και συναίνεσης - και αυτό απαιτεί ο καιρός.

Έχουμε ακόμα πολλή δουλειά. Να εμπεδώσουμε αίσθημα κοινωνικής δικαιοσύνης προς τους Έλληνες πολίτες, που έχει χαθεί, είχε χαθεί τουλάχιστον, αλλά ανακτάται σιγά - σιγά, συνεχίζοντας αποφασιστικά τη μάχη κατά της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Για να μάθουμε τι συνέβη με αυτούς που πήγαν λεφτά στην Ελβετία, για να υπάρχει ένα εθνικό φορολογικό σύστημα, όπως είπα, και να αναδιαρθρώσουμε τον τραπεζικό τομέα, ώστε να είναι και πάλι σε θέση να στηρίξει την πραγματική οικονομία.

Να συνεχίσουμε τη μάχη για την παιδεία, να δώσουμε πραγματικά εφόδια στους Έλληνες πολίτες και στη νεολαία μας. Να αναδιαρθρώσουμε το δημόσιο τομέα. Να γίνει παραγωγικός, φιλικός, υποστηρικτικός, να απελευθερώνει δυνάμεις, αντί να τις καταπιέζει.

Να συνεχίσουμε τη μάχη κατά της γραφειοκρατίας .Τη μάχη για τη Δικαιοσύνη, για το διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο, όπου έχουμε τεράστιες δυνατότητες. Δεν θέλω να μπω σε όλα αυτά, τα οποία γνωρίζετε καλά εσείς, ως επιχειρηματίες, τι δυνατότητες έχει η χώρα μας. Να ολοκληρώσουμε το σύστημα υγείας και να κάνουμε αλλαγές και στο πολιτικό σύστημα, το οποίο είναι μέρος του προβλήματος. Μεγάλες αλλαγές, άλλες συνταγματικές, άλλες για το εκλογικό σύστημα.

Φίλες και φίλοι, θα μπορούσαμε να τα κάνουμε αυτά μέσα από μια ευρύτατη συναίνεση, διότι όλες αυτές οι αλλαγές, είναι αλλαγές που δημιουργούν το βάθρο των δημοκρατικών μας θεσμών. Βεβαίως, υπάρχουν ιδεολογικές και πολιτικές διαφοροποιήσεις, αλλά κάποιες βασικές μας αξίες, κάποιοι βασικοί θεσμοί πρέπει να είναι όχι απλώς αποδεκτοί, αλλά και να δημιουργηθούν από όλους μας, συλλογικά.

Τότε θα ανακτήσει και ο Έλληνας πολίτης την εμπιστοσύνη του απέναντι στην Πολιτεία, την εμπιστοσύνη του απέναντι στη χώρα του, στην πατρίδα του, την οποία αγαπά και για την οποία θέλει το καλύτερο.

Φίλες και φίλοι, περάσαμε μια πρωτοφανή δοκιμασία. Και σταθήκαμε όρθιοι. Έχουμε ακόμα μπροστά μας προκλήσεις. Δεν μπορώ, παρά να εκφράσω την πίστη μου, ότι μπορούμε με συλλογική προσπάθεια να τα καταφέρουμε. Όχι μόνο να βγούμε από την κρίση, αλλά και να βγούμε πολύ καλύτεροι, σε μια οικονομία εύρωστη και βιώσιμη, με πίστη στις δυνατότητες και την ικανότητα των Ελλήνων.

Παραφράζοντας τον τίτλο του Συνεδρίου σας, αρκεί να αναλάβουμε όλοι την ευθύνη, να λάβουμε τις αναγκαίες αποφάσεις και να τις κάνουμε πράξη.

Σας ευχαριστώ.