Αρχική σελίδα Κοινωνία Πολιτών Αυτοργάνωση και δημοκρατικός συντονισμός της Κοινωνίας Πολιτών
Αυτοργάνωση και δημοκρατικός συντονισμός της Κοινωνίας Πολιτών

Του Βασίλη Τακτικού *

Η “αυτοργάνωση” της συλλογικότητας της κοινωνίας πολιτών και η συμμετοχή των οργανώσεων στα κοινά με την οργανωτική μορφή των Μη Κυβερνητικών , Μη Κερδοσκοπικών Οργανώσεων των γνωστών Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών αναδεικνύεται στην εποχή μας ως η πιο ουσιαστική κοινωνική αντίσταση κατά της φτώχειας, της διαφθοράς και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος σε παγκόσμιο επίπεδο.

Όμως το σύνολο των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών ως αναδεικνυόμενη δύναμη και ο έμμεσος ρόλος που κατακτά στο σύστημα διακυβέρνησης δεν εξυπηρετεί πάντα τους ουμανιστικούς και οικολογικούς σκοπούς στους οποίους έχει ταχθεί να υπηρετεί.

Πολλές φορές η διαφθορά του πολιτικού συστήματος αγγίζει κι αυτούς τους θεσμούς, ιδιαίτερα μάλιστα εκεί που απουσιάζει ο δημοκρατικός έλεγχος και η συμμετοχή πολιτών. Εκεί που ηγεμονία του χώρου ασκείται από ολιγαρχικές διευθυντικές ελίτ οι οποίες λειτουργούν προς ίδιον όφελος μέσα από την εικονική πραγματικότητα της φιλανθρωπίας και αλληλεγγύης. Έτσι, για μια ακόμη φορά, παρουσιάζεται το ιστορικό φαινόμενο ουμανιστικές πρακτικές που ορίζονται από ιδεολογίες, με φιλανθρωπικό προσωπείο να εξυπηρετούν το αντίθετό τους: τα οικονομικά συμφέροντα των ολίγων και των διαχειριστών τους, το σφετερισμό της εξουσίας και του σφετερισμού εκπροσώπησης.

Με αυτόν τον τρόπο μεγάλες Οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών διαπλεκόμενες με την πολιτική εξουσία και τα Μ.Μ.Ε. δεν επιτρέπουν και δεν δέχονται κανένα δημοκρατικό έλεγχο από την κοινωνία για την πηγή των πόρων τους και τα οικονομικά τους. Πολύ περισσότερο μάλιστα όταν πίσω από τις χρηματοδοτήσεις κρύβονται αλλότρια συμφέροντα προς τον αρχικό σκοπό τους.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, ο μικρός αριθμός από αυτές τις διαπλεκόμενες Μ.Κ.Ο. με τη μεγάλη οικονομική επιφάνεια ενώ βρίσκεται ιστορικά στον αντίποδα της οργανωτικής μορφής των συγκεντρωτικών κομμάτων παράγει τα ίδια κοινωνικά και πολιτικά αποτελέσματα με αυτά αφού κάθε μορφή ολιγαρχίας είτε πολιτική είτε οικονομική καταλήγει σε παρόμοια αποτελέσματα.

Μέσα από τα πρόσφατα ιστορικά παραδείγματα είδαμε κομουνιστικά κόμματα να λειτουργούν στο εσωτερικό τους ως οι πιο σφικτές και στεγανές καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Γι αυτό και το πρόσχημα ότι προβάλλουν το προσωπείο της υπεράσπισης της εργατικής τάξης, δεν μπορεί να καλύψει την αντίφαση ότι ενώ η εργατική τάξη έχει την εξουσία στην ουσία να ελέγξει την νομενκλατούρα και τα οικονομικά του δικού της κόμματος στη πράξη δεν έχει κανένα δικαίωμα, καμιά δύναμη και φυσικά κανένα αποτέλεσμα.

Με τον ίδιο τρόπο οι διευθυντικές ελίτ των διαπλεκόμενων Μ.Κ.Ο. απολαμβάνουν προνόμια από την διαχείριση προγραμμάτων, χωρίς κανέναν απολύτως εσωτερικό έλεγχο, όπως ακριβώς και οι διευθυντικές κάστες όλου του κόσμου. Το ‘άλλοθι’ στην περίπτωση των κομμουνιστικών κομμάτων είναι ότι η ιδεολογία του “υπαρκτού σοσιαλισμού” βάλλεται από εξωτερικούς εχθρούς, ενώ στη περίπτωση των διαπλεκόμενων Μ.Κ.Ο το άλλοθι είναι, ότι η οικολογία λειτουργεί αποτελεσματικά αυτόνομα έξω από πολιτικό σύστημα των κομμάτων και του κράτους.

Οι σφετεριστές της οικολογικού κινήματος υπαινίσσονται έτσι και εκδηλώνουν μια δήθεν ανυπότακτη στάση “αυτοργάνωσης” απέναντι στο σύστημα και προβάλλουν θέσεις κατά της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης, που με τίποτα δεν προσομοιάζει με αυτοοργάνωση πολιτών αλλά αντίθετα θυμίζει έντονα εσωτερική οργάνωση μεγάλων Ανωνύμων Εμπορικών Εταιρειών.

Έτσι αντί να προτάξουν όπως θα ήταν λογικό το αίτημα μιας πιο προχωρημένης θέσης για την άμεση συμμετοχική δημοκρατία στην πράξη, μας γυρίζουν πίσω σ’ ένα πολιτικό μεσαίωνα ολιγαρχικών αντιλήψεων που δεν θέλει να λογοδοτεί πουθενά. Βολεύονται μάλιστα από τον υφιστάμενο κατακερματισμό του οικολογικού κινήματος και μ’ αυτό τον τρόπο, μονοπωλούν σαν μεγάλες ‘επιχειρήσεις’ τις προνομιακές σχέσεις με την πολιτική και την οικονομική εξουσία και τις σερβίρουν με το περιτύλιγμα της κοινωνικής εταιρικής ευθύνης.

Αυτή η επικρατούσα ηγεμονία το μόνο που καταφέρνει είναι να μποϊκοτάρει, να αποπροσανατολίζει, να ποδαγωγεί και να παραλύει το σύνολο των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών ως δύναμη κοινωνικής αντίστασης. Το αντίδοτο είναι ν’ αποκτήσουν αυτοργάνωση οι χιλιάδες γνήσιες Μ.Κ.Ο. που εκφράζουν τη συνολική κοινωνική έκφραση και δυναμική και να παίξουν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική διαβούλευση. Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο εκτός από τη γνήσια δημοκρατική έκφραση κι οργάνωση σε πανελλαδικό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο. Είναι ο μόνος τρόπος οι γνήσιες Οργανώσεις της κοινωνίας Πολιτών να υπερασπιστούν σε μεγάλη κλίμακα κοινωνικές αξίες και δημόσια αγαθά.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα θα πρέπει να αναγκαστεί να αποδεχθεί ότι οι οργανώσεις με ανθρωπιστική, πολιτιστική και περιβαλλοντική δράση δεν είναι μόνον οι 30 που μονοπωλούν τη δημόσια διαβούλευση, αλλά πάνω από 7.500 ενεργές σε όλη την Ελλάδα που έχουν αποκλειστεί από αυτήν. Αυτές οι αποκλεισμένες συλλογικές οργανώσεις όμως, με εκατοντάδες χιλιάδες ενεργούς πολίτες είναι το κοινωνικό κεφάλαιο που μπορεί να συμβάλλει αποφασιστικά με τις αξίες του εθελοντισμού στην ανόρθωση της χώρας.

Ένα μεγάλο άθροισμα οργανώσεων που λειτουργούν σ' όλους τους τομείς του εθελοντισμού, για το περιβάλλον, τους θεσμούς αλληλεγγύης, τον πολιτισμό την δια βίου μάθηση κλπ, με αναγνωρισμένα θετικά αποτελέσματα που όμως υπολείπονται των αυξανόμενων αναγκών της κοινωνίας. Αυτά τα κοινωνικά δίκτυα είναι η κοινωνική βάση για την συμμετοχική Δημοκρατία που καλούνται να μπουν στο προσκήνιο.

Το μεγάλο θεσμικό κενό που υπάρχει αποβαίνει εις βάρος της αποτελεσματικής διαχείρισης ανθρώπινων και οικονομικών πόρων τόσο στις σχέσεις μεταξύ των οργανώσεων και του κράτους, όσο στις μεταξύ τους σχέσεις συνεργασίας. Το έλλειμμα αυτό επεκτείνεται και στην κατάρτιση στελεχών που διαχειρίζονται τον εθελοντισμό αλλά και στα κίνητρα για τον μη κερδοσκοπικό τομέα της οικονομίας, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει έλλειμμα αυθεντικής εκπροσώπησης των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών τόσο προς το κράτος όσο και προς την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και σε δευτεροβάθμιο και τριτοβάθμιο επίπεδο οργάνωσης.

Τα ελλείμματα αυτά είναι μια ακόμη ένδειξη της αιτίας των μεγάλων οικονομικών ελλειμμάτων που αντιμετωπίζουμε σαν χώρα αφού είναι αποδεδειγμένο ότι εκεί που υπάρχει έλλειμμα στην Οργάνωση, συνοχή κι αποτελεσματικότητα της Κοινωνίας Πολιτών υπάρχει μεγαλύτερη κρίση, ενώ αντίθετα εκεί που υπάρχει υψηλό επίπεδο οργάνωσης της Κοινωνίας Πολιτών υπάρχουν μικρότερα προβλήματα σε σχέση με την οικονομική κρίση. Επομένως πρωταρχικό μέλημα του κράτους και κυρίως της ίδιας της κοινωνίας πολτών είναι να αναζητηθούν οργανωτικές λύσεις δια μέσου της οριζόντιας συνεργασίας με την τοπική Αυτοδιοίκηση ώστε συντεταγμένα οι κοινωνικές δυνάμεις του εθελοντισμού και της μη κερδοσκοπικής οικονομίας να συμβάλλουν στην αντιμετώπιση του κοινωνικού αποκλεισμού και με την συμμετοχή τους να συντελέσουν στην αξιοποίηση των ανθρώπινων πόρων που μένουν ανενεργοί στην κοινωνική οικονομία.

Σκοπός της αυτό-οργάνωσης του εθελοντισμού και των εθελοντικών οργανώσεων είναι όλοι όσοι ενδιαφέρονται για τις καλές πρακτικές που αφορούν το περιβάλλον και την κοινωνική αλληλεγγύη να δημιουργήσουν σταγόνα-σταγόνα μια δεξαμενή κοινωνικού κεφαλαίου και κοινωνικής δύναμης ώστε να αλλάξουν σε βάθος τα πράγματα που μας ενοχλούν στην καθημερινή μας ζωή και τελικά να υπηρετήσουν ένα κοινωνικό όραμα συλλογικής δημιουργίας και μια συντεταγμένη πορεία ώστε να αναδειχθούν οι προτάσεις των οργανώσεων προς την πολιτεία αλλά και καλές πιλοτικές εφαρμογές, ώστε να αντιμετωπιστεί η μεγάλη υστέρηση σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας, η οποία η οποία αντανακλά την κοινωνική και οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα.

Αυτά που πρέπει να αντιμετωπιστούν είναι: ο κατακερματισμός και το έλλειμμα γνήσιας εκπροσώπησης, τα κακώς κείμενα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης που διαπλέκεται με μια ελίτ προνομιούχων Μ.Κ.Ο, η αξιοποίηση των καλών πρακτικών που διαρκώς αναδεικνύονται τόσο από της ελληνικές όσο και τις ευρωπαϊκές Οργανώσεις.

Στην οικονομία σήμερα αντιμετωπίζεται μια υπερκαταναλωτική κουλτούρα σε βάρος του περιβάλλοντος και των επόμενων γενεών. Ποιοι επωφελούνται απ’ αυτή τη «λεηλασία του μέλλοντος» της οικονομίας; Κρατικοί αξιωματούχοι στις κρατικές προμήθειες, διευθυντικά στελέχη, τραπεζικές ελίτ και διάφορες συντεχνίες προνομιούχων κι από τα δύο συστήματα που λειτουργούν σχεδόν ανεξέλεγκτα υπό την ανέχεια και τη κάλυψη της αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας.

Όταν μιλάμε για διαφθορά είναι πλάνη να αναφερόμαστε γενικά κι αόριστα στο σύστημα κι όχι στα διευθυντικά στρώματα που εκτρέφουν τη διαφθορά σε όλες της τις προεκτάσεις. Υπάρχει πλέον επιστημονική τεκμηρίωση ότι ο δείκτης ανάπτυξης της συντεταγμένης κοινωνία πολιτών έχει άμεση σχέση με την κοινωνική οικονομία και αυτός ο δείκτης με τη σειρά του έχει σχέση με την ανθεκτικότητα της οικονομίας και την αντιμετώπιση της κρίσης μέσα από το κίνημα, την ενότητα και την οριζόντια οργάνωση.

Η ενίσχυση του από τον τρίτο τομέα που συγκροτεί το νέο κοινωνικό κεφάλαιο με ανθρώπινες οικουμενικές αξίες, δίνοντας λύση μέσα από την κοινωνική οικονομία στην αντιμετώπιση της φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού.

Το μήνυμα είναι συμμετοχική δημοκρατία και πράσινη ανάπτυξη για όλους. Θα πρέπει επιτέλους να αναδειχθεί το θεσμικό έλλειμμα σε σχέση με την κοινοτική νομοθεσία στο επίπεδο εκπροσώπησης αλλά και στην διαχείριση των κοινοτικών πόρων σε ότι αφορά στις Μ.Κ.Ο. καθώς είναι διαπιστωμένο πλέον ότι ένα μέρος των πόρων του Ε.Κ.Τ. που προορίζονται για τις Μ.Κ.Ο. της έπαιρνε το κράτος για να καλύψει άλλες ανάγκες.

Στη Σύνοδο Κορυφής της Λισσαβόνας (Μάρτιος 2000) υιοθετήθηκε μια αποκεντρωμένη προσέγγιση όσον αφορά την αρχή της επικουρικότητας, σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη, οι περιφερειακές και τοπικές αρχές, καθώς επίσης και οι κοινωνικοί εταίροι και η κοινωνία πολιτών, συμμετέχουν ενεργά στη λήψη αποφάσεων, μέσω διαφόρων μορφών εταιρικότητας που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι άλλη από τις μη κυβερνητικές, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών .

Αυτό που από επικοινωνιακής πλευράς παρουσιάζεται ως διαβούλευση της πολιτείας με τις οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών είναι στην ουσία ένας θεατρικός διάλογος με καμιά εικοσαριά, όλες κι όλες, οργανώσεις από τις πιο γνωστές, οι οποίες καλούνται κατά αυθαίρετη επιλογή και λαμβάνουν μέρος σε συζητήσεις κι επιτροπές υπουργείων τη στιγμή που χιλιάδες άλλες δραστήριες οργανώσεις: τοπικές, θεματικές, οικολογικές και «θεσμοί κοινωνικής αλληλεγγύης» ουδέποτε λαμβάνουν μέρος σε ανάλογες διαβουλεύσεις, εκτός από εκείνες που επιβάλλονται κατά καιρούς με συλλογικές κινητοποιήσεις και ακτιβισμό.

Επομένως, για ποια διαβούλευση γίνεται λόγος; Για μια συζήτηση με την ελίτ προνομιούχων οργανώσεων που συμβαίνει να απορροφούν τη μερίδα του λέοντος των κρατικών και τραπεζικών επιχορηγήσεων προσφέροντας το άλλοθι της διαβούλευσης στην κρατική γραφειοκρατία και στους ολιγάρχες της μιντιακής εξουσίας η οποία από τη μια καλλιεργεί κι από την άλλη εκμεταλλεύεται την ανυπαρξία θεσμικής αντιπροσώπευσης των ΜΚΟ στην Ελλάδα. Αλλά αυτό το παραμύθι κάποτε πρέπει να τελειώσει και η αρχή μπορεί να γίνει άμεσα, με τον θεσμικό διάλογο μεταξύ των χιλιάδων οργανώσεων που συγκροτούν ένα σημαντικό κοινωνικό κεφάλαιο συλλογικής δημιουργίας και κοινωνικής αλληλεγγύης σε όλη τη χώρα.

Έναν διάλογο πάνω στα μεγάλα ζητήματα του περιβάλλοντος και της αντιμετώπισης της ανεργίας, της φτώχειας και δημόσιας υγείας διάλογος με στόχο τη συνολική και συλλογική αντιμετώπιση των προβλημάτων και όχι μέσα από ατομικές εκδηλώσεις φιλανθρωπίας και ευαισθησίας, που έχουν περιορισμένη εμβέλεια και δεν απαντούν στην καρδιά του ζητήματος αλλά από τεκμηριωμένες και μαζικές παρεμβάσεις που χτυπούν το πρόβλημα στη ρίζα και τελικά επιβάλλουν αυτό που οργανώσεις τη κοινωνία Πολιτών δικαιούνται. Την με ίσους όρους συμμετοχή στον διάλογο και τη δημόσια διαβούλευση.

Κι όμως! Μεγάλο μέρος των οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών βλέπουν το τυρί αλλά όχι τη φάκα και αντί να αντιμετωπίζουν την καθολικότητα των ζητημάτων της περιβαλλοντικής, κοινωνικής και οικονομικής υποβάθμισης μέσα από συμμετοχή όλης της κοινωνίας προτιμούν είτε να παραβλέπουν φεουδαρχικές μεσαιωνικές αντιλήψεις οικονομικών ελίτ, είτε να προσποιούνται τους «αγανακτισμένους – προοδευτικούς – αντιστασιακούς – αριστεριστές» απέναντι στο κράτος, χωρίς να περνάει καν από το μυαλό τους ότι το κράτος διατηρεί μια στοιχειώδη δημοκρατική λειτουργία και έναν μηχανισμό ο οποίος δίνει την δυνατότητα τα πρόσωπα να μπορούν να αλλάζουν κάθε 4 έτη και κυρίως χωρίς να αναλογίζονται ότι εν δυνάμει κράτος είμαστε όλοι ΕΜΕΙΣ.

Είναι επείγουσα η ανάγκη της θεσμικής αναδιάρθρωσης των Οργανώσεων της Κοινωνία Πολιτών με πρώτο στόχο την τριτοβάθμια οργάνωση και γνήσια αντιπροσώπευση στην διακυβέρνηση. Είναι επείγουσα ανάγκη να απελευθερωθεί ο χώρος των Οργανώσεων από το πελατειακό σύστημα και την αδιαφάνεια που επικρατεί από το «βαθύ κράτος» και «βαθύ κομματισμό» που θέλει τις οργανώσεις απλό εξάρτημα του συστήματος και ενταγμένο στη διαφθορά.

Είναι καιρός να περάσουν οι οργανώσεις από την ηθικοπλαστική πλευρά του εθελοντισμού στην συντεταγμένη θεσμική συγκρότηση που σχετίζεται με την κοινωνική οικονομία. Στην σύνθεση του παραδοσιακού με τις νέες τάσεις της κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας.

Είναι ευθύνη του κράτους αλλά και ευθύνη των ίδιων των οργανώσεων να αυτοοργανωθούν σε τριτοβάθμιο επίπεδο. Δεν ωφελείται κανένας από την προσχηματική διαβούλευση που παρατηρείται στις περισσότερες των περιπτώσεων και προπαντός δεν πρόκειται να καλυφθεί έτσι το θεσμικό έλλειμμα της χώρας.

Δεν μπορεί να κυριαρχείται η πολιτική της κυβέρνησης από ορισμένες ελίτ και λόμπι αγνοώντας την κοινωνική βάση και τους πολλούς που μπορούν πραγματικά να αλλάξουν τα δεδομένα για το περιβάλλον και την κοινωνική οικονομία. Πρέπει να σταματήσει τώρα η υφαρπαγή των πόρων της ΕΕ που προορίζονται για τον μη κερδοσκοπικό τομέα από το Ελληνικό κράτος και να ενισχυθούν με διαφανείς διαδικασίες οι οργανώσεις της Κοινωνίας Πολιτών.

Δεν μπορούν ορισμένες προσχηματικές ΜΚΟ να αμαυρώνουν το σύνολο της λειτουργίας των οργανώσεων και οι υπόλοιπες να αφήνονται στην άγνοια και την περιφρόνηση. Πρέπει να ξεκινήσει άμεσα η διαδικασία για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο συνεργασίας των εμπλεκόμενων οργανισμών και δικτύων για την θεσμική ανάπτυξη του χώρου την κοινωνική οικονομία και την πράσινη ανάπτυξη.

* Ο Βασίλης Τακτικός είναι διευθυντής Μελετών εκ των Συντονιστών του ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟΥ των Οργανώσεων της Κοινωνίας Πολιτών.